Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Τα σκουπίδια [20/02/2017]


Τα σκουπίδια στα Εξάρχεια και ίσως και αλλού, έχουν εποχές. Το φθινόπωρο συνήθως βλέπεις είδη υγιεινής. Νιπτήρες, βρύσες, τουαλέτες. Σα να ξερνάνε τη ζέστη του καλοκαιριού και να επιζητάνε ομορφιές βασικές και απόλυτες για το δύσκολο χειμώνα. Με τα πρώτα σημάδια της άνοιξης τα σκουπίδια μαλακώνουν. Στρώματα κυρίως από διπλά κρεβάτια, μεγάλοι καναπέδες εξαντλημένοι από το χειμώνα, αράζουν δίπλα στους κάδους. Μαρτυρούν χειμώνες που απέδειξαν την αξία τους. Ξεκούρασαν κορμιά, δέχτηκαν την ενέργεια και την εξάντληση τους. Είδαν αγκαλιές, ποτίστηκαν με τα υγρά του έρωτα και του ύπνου και βγήκαν να στεγνώσουν στον ανοιξιάτικο ήλιο. Αραιά και που τέτοια εποχή, μπορείς να δεις και παιδικά παιχνίδια στα σκουπίδια. Τα παιδιά, φαντάζεσαι, κλεισμένα στα κλουβιά-σπίτια μας, έπαιξαν όλο το χειμώνα ονειρευόμενα τον ατέλειωτο χώρο της άνοιξης. Τώρα δεν έχουν ανάγκη από πλαστικά, πιο σπάνια ξύλινα ή μεταλλικά υποκατάστατα. Τώρα είναι Άνοιξη. Τα παιδιά θα τρέξουν, θα φωτιστούν από τον ήλιο, θα πιάσουν το νωπό ακόμα χώμα και θα ανακαλύψουν, όπως κάθε άνοιξη, με το δικό τους αρχέγονο τρόπο τι είναι αυτός ο μυστηριώδης ακόμα οργασμός της φύσης. Θα εισπνεύσουν βαθιά τα νέα αρώματα, ίσως όχι τόσο ξεκάθαρα ακόμα που κάπου κάποιο τζάκι κρυφοκαίει. Το καλοκαίρι όλα μαραίνονται. Ξερά. Τα βιβλία πεθαίνουν συχνά στα σκουπίδια. Σημειώσεις βιολογίας, μια ανάλυση του Καβάφη κι ένα "πείτε μας τη γνώμη σας για την τεχνολογία". Το καλοκαίρι ήταν πάντα αφαιρετικό. Ρούχα που πέθαναν μέσα στο χειμώνα, βιβλία που κάποιοι θεώρησαν περιττά. Ενίοτε και κάτι ξεραμένες γλάστρες ή κάποια οικιακή συσκευή θέρμανσης. 
Τα σκουπίδια δεν είναι πάντα μελαγχολικά, όμως πάντα μαρτυρούν μιαν αλήθεια μας.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ήταν ξανθιά. [13/02/2017]

Edward Douglas Eade, Portrait of Blonde Young Woman

Ήταν ξανθιά. Τα βαμμένα μαλλιά της δεν πρόδιδαν σε καμία περίπτωση ότι κάποτε ήταν ένα μελαχρινό άχαρο κορίτσι. Ήταν ξανθιά. Για μένα και σε μεγάλο βαθμό και για εκείνη. Ήταν ντυμένη απλά όμως κάποιες λεπτομέρειες πρόδιδαν σε μεγάλο μια γυναίκα με απόκρυφες ομορφιές. Είχε βρεθεί στο μικρό καφέ για κάποια διάλεξη στο κοντινό πανεπιστήμιο. Το διχτυωτό της καλσόν που φαινόταν ελάχιστα μέσα από το στενό παντελόνι, υποδείκνυε τέλεια τους αστραγάλους της. Ο καταρραμένος χειμώνας δεν άφηνε χώρο να αποκαλυφθεί όλο αυτό το σώμα που είχε καιρό να πονέσει σε υγρό κρεβάτι. Δυο κόκκινα αστέρια στο πάνω μέρος του χεριού, ίσως μαρτυρούσαν δυο παιδιά. Κάπνιζε πούρο και αντί για μάλλινο κασκόλ είχε μια μαύρη γούνα που χάϊδευε τον λεπτό της λαιμό. Η φωνή της ήταν λεπτή και φοβισμένη. Δε νομίζω ότι ξεπέρασε ποτέ κάποια συγκεκριμένα ντεσιμπελ, δε νομίζω ότι ξεπέρασε ποτέ κάποια όρια. Όλα όσα είχε επιλέξει ήταν λεπτά, άκρως θυληκά και ξεπερασμένα. Ήθελα να μοιάζει μοντέρνα, μα τα λουλούδια και το δίχτυ που παγίδευαν εκείνα τα πόδια πρόδιδαν μια ομορφιά άλλης εποχή. Λίγη γούνα, λίγο δίχτυ, λίγα άνθη, κι ένα δειλό τρομαγμένο και διακριτικό βάδισμα. Ήταν ερωτεύσιμη μ' έναν τρόπο ηρωϊκό. Απροστάτευτη και έντονη. 

Απλά δομημένη μέσα σε χάντρες, γούνες και άρωμα πούρου. Ήταν ένα ερωτικό καφέ, όχι όμως τόσο ερωτικό όσο το μπουντουάρ της, ήταν εκεί με τα αρώματα που σε έπνιγαν και σε ζάλιζαν μα ήταν και για πάντα φυλακισμένη στο διαμαντένιο ή καλύτερα από πέρλες κελί της.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Δεύτερα μη επαφής με την πραγματικότητα [περσινό]

"το τέλος της παρέλασης"

   Το βρήμα σημειωμένο κάπου. Όχι κάπου τυχαία. Σε ένα από εκείνα τα αδιάφορα δώρα. Αδιάφορα όχι ως προς την εμφάνιση ή τη χρησιμότητα τους. Αδιάφορα ως προς το ότι έφτασαν σε εμάς από χέρια που ξέραμε λίγο έως καθόλου ή χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Κάτι μεταξύ κοινωνικής ευγένειας και μιας στιγμής που ζει ο άλλος αλλά σπάνια ξέρουμε ή καταλαβαίνουμε το κίνητρο του. Γενικά πάντως ο αποστολέας τούτου του δώρου πήρε τη μνεία της ανάλυσης που χρωστούσα, ας είναι καλά! Κάποτε θα ήξερα ή μάλλον θα μπορούσα να μαντέψω τα κίνητρα της πράξης του. Σήμερα, κινούμενη πιο πολύ από ποτέ στην αμφισβήτηση προσπαθώ να συγκρατώ την εκνευριστική ροή της σκέψης μου.
   Δεν υπήρξε θέμα πριν δω γραμμένη αυτή τη φράση. "Το τέλος της παρέλασης". Ίσως υπάρχει κάποια ταινία που θέλησα να δω με αυτό τον τίτλο και είτε ξεχάστηκε γραμμένη σε αυτό το κόκκινο σημειωματάριο είτε την είδα και δεν άφησε ψεγάδι στο ήδη κουρασμένο μου  μυαλό. Δεν υπάρχει αρνητική ενέργεια στις πρώτες εικόνες που ήρθαν στο μυαλό μου με το "τέλος της παρέλασης". Λέξεις όπως τέλος και παρελαύνω, σαν υπάρχουν μαζί μόνο φως μπορεί να έρχεται.
   Στα φθινοπωρινά πρωϊνά χωρίς συννεφιά, το φως φτάνει πιο έντονο γιατί η δροσιά οξύνει την ικανότητα, τη διαύγεια του φωτός ή τη δική μας. Εμείς οι παρατηρητές. Οι εντός και εκτός παρέλασης, μιας ζωής που δεν ήταν δική μας μα η ζωή που κατέγραφε η κάμερα. Ή ήταν η ζωή που φτιάξαμε και με σιγουριά την ακολούθησε μια κάμερα. Σε μικρά, φρικτά ή φωτεινά φλας μπακ ενωθήκαμε και διαλυθήκαμε στο φως. Μικρά σωματίδια αστερόσκονης. Μικροί ρομαντικοί ήρωες που έμαθαν να αναπνέουν στο τέλος του ταξιδιού. Ακούραστοι μέσα στην κούραση τους και αποπνικτικά ντυμένοι μέσα στη γύμνια τους. Εμείς που δεν ποθήσαμε τίποτα άλλο παρά έναν μεγάλο ουρανό να κρυφτούμε στην αγκαλιά του και να βρεθούμε κάπου ενωμένοι, με ολοκληρωμένες ανάσες, ήπια ροή αίματος και θερμοί σαν τον ήλιο που στεγνώνει την υγρασία και σπάει το κρύο.
   Χειμώνες ονειρευόμενοι τη φυγή και καλοκαίρια ονειρευόμενοι τον προορισμό. Το σπίτι, τη θέρμη, την ακούραστη στάση. Σαν τη στιγμή που μένεις μπροστά από μια εικόνα ή στη λήξη ή στη μέση ενός ποιήματος θαμπωμένος από το πόσο μοναδική είναι η στιγμή της σύλληψης της ομορφιάς.
   Συγυρίσαμε την καθημερινότητα, κι άλλοτε την αφήσαμε να πνίγεται κι ας υπήρχε χέρι να την βοηθήσει. Δεν υπήρξε θέληση, δεν υπήρξε λόγος κι αν υπήρχε δεν ήταν ορατός, δεν ήταν ικανός να γεμίσει με θάρρος το μυαλό για να το κάνει να δώσει τις κατάλληλες εντολές. Τι χειμώνας βρε καρδιά μου;! Θα απευθύνομαι πάντα σε σένα σαν τη μόνη ασυμβίβαστη φιγούρα σε τούτο το όλον. Σαν...
   Συμβιβάζομαι εγώ, τόσο όσο χρειάζεται κάθε φορά εμπνεόμενη από τη δική σου ελευθερία. Καθησυχάζομαι ότι καλύπτεις όσα εγκαταλείπω. Πιάνεις όσα με εγκαταλείπουν και βουλιάζουμε αργά σε ένα σύννεφο πληρότητας. Το δικό μας άπιαστο είναι το σύγχρονο θαύμα μας, είναι το κορυφαίο εγώ και συνειδητό εμείς. Μας καθορίζει με κάθε φυσική και τενχική άδεια που εξασφάλισε και μόνο λόγο της ύπαρξης του.
   Ένα τσουβάλι άνθρωποι, που μαρτύρησαν, στεκόμενοι δυο στιγμές παραπάνω σε έναν χειμώνα ψεύτη. Ψεύτη και υποκριτή, ανίκανο να πείσει και τον εαυτό του ότι υπάρχει με σάρκα και οστά. Οστά που έσπασαν και κολλήθηκαν πολλές φορές ξανά, σάρκες που κόλλησαν η μια πάνω στην άλλη με τρόπο βίαιο και βιαστικό ξέροντας πως ο χειμώνας είναι ψέμα και ο χρόνος τρέχει γρήγορα. Είχα από παιδί μια αδυναμία στις παρομοιώσεις. Λειτουργούσαν σαν εργαλείο. Εργαλείο απλοποίησης μιας σκέψης μελανά πολύπλοκης. Μια σκέψη που βυθιζόταν ανα τακτά χρονικά διαστήματα σε ένα βυθό πιο σκοτεινό κι από τα πένθιμα ρούχα, πιο παραπονιάρικο κι από παιδί, πιο τετριμμένο κι από σαπουνόπερα, πιο γοητευτικό κι από τα μάτια σου σαν έκλαιγες σε κείνο το ερωτικό ημίφως. Υπάρχει σε κείνο το βυθο μια γλυκιά διάθεση λόγων και έργων που κάποιος έχει σφραγίσει. Λες και η ποίηση μας μαύρισε τα άνθη, λιγόστεψε τις περιγραφές και έκανε κυνικούς τους λυρισμούς μας. Σαν να κρατήσαμε ολάνθιστα ποιήματα που αντί για χρώματα ξέρασαν χολή. Κι αντί για άρωμα, βρωμιά που αναδύεται από τάφο. Τούτος ο χειμώνας ήταν χέρια. Χέρια που απλώθηκαν και μαζεύτηκαν, χέρια που τάχα απλώθηκαν και χέρια που απλώθηκαν, μαζεύτηκαν και άνοιξαν πάλι διάπλατα. Μια συνεχής εναλλαγή καρπών, δαχτύλων, αγγιγμάτων και χειρονομιών. Στριμένων τσιγάρων που μετέωρα στάθηκαν στα χείλη κάποιου και δυο δάχτυλα τα αφαίρεσαν με μόνο σκοπό να νιώσουν την υφή των χειλιών.
   Είναι αυτές οι απειροελάχιστες λεπτομέρειες που αναιρούν όλους τους νόμους και στήνουν τα πιο μεγάλα σκοτάδια. Υφαίνουν τους πόνους και τους αφήνουν να κάθονται στο κάτω μέρος μιας δυσαρεστημένης κοιλιάς που καμιά φορά επιτρέπει στην αναπνοή να φτάνει εκεί και να τους δροσίζει. Με άγχη και δάκρυα.
   Ένας χειμώνας που δεν ήταν βαρύς μα σαν ψύχος κοφτερό μας ακρωτηρίασε σχεδόν ολοκληρωτικά. Δεν προλάβαμε να δούμε γιατρό, ο ήλιος πιο αμείλικτος κι απ' το ψύχος ήρθε να κάψει τις πληγές κι απομείναμε ένα φθινόπωρο να ξύνουμε τις πληγές, να παίζουμε με τα καύκαλα και να ρουφάμε το τελευταίο αίμα που έχυναν τα παιδικά μας δάχτυλα. Αυτές τις πληγές φτάσαμε στο σημείο να νοσταλγήσουμε, -πιο προφανή ψέματα. Πιο κάλπικα κέρματα. Μικρά που φάνταζαν ολοκληρωτικά πιο ανθρώπινα και σπλαχνικά. Ίσως, γιατί εμείς λιγότερο ζωντανοί και αληθινοί μπήκαμε σε αυτά, ενώ σε τούτα τα φρέσκα αλλάξαμε δέρμα και αφού φορέσαμε τις ταπετσαρίες της ύπαρξης μας πετύχαμε να δούμε το ψέμα. Τόσος κόπος ξανά για ένα ψέμα. Κι έπειτα έμεινα σε μια γωνιά να πιστεύω πως το μόνο αληθινό είναι το ψέμα.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

[02/02/2017]

Κάθονταν όλοι μαζί και πίστευαν πως δημιουργούσαν ομορφιά. Βασικά δημιουργούσαν κάτι. Όμορφο για αυτούς, μη ανθρώπινο. Ένα μικροσύστημα που τα συναισθήματα είχαν μια δεδομένη και δομημένη όψη. Όμως όλα έχουν δυο όψεις. Και για να το δεις αυτό οφείλεις να υπηρετείς την αμφιβολία. Όταν αποφασίσεις να ταχθείς σε κάποιο στρατόπεδο βλέπεις, ίσως, και εφόσον σου το επιτρέπεις όψεις των νομισμάτων της πλευράς που επέλεξες. Χάνεις το μεγάλο δάσος κι έχεις μπρος σου και γύρω σου ένα πάρκο. Η ιστορία μπορεί να συνεχιστεί με ένα μικρότερο πάρκο, μετά μόνο λίγα δέντρα, μετά ακόμα λιγότερα, έπειτα ένα δέντρο, τα φύλλα του, τα κλαδιά του, τον κορμό του, τις ρίζες του, τη ρίζα του. Το βάθος εκείνου του ενός  και μοναδικού μορίου που ίσως κρύβει τη σοφία όλων των πλευρών όλων των νομισμάτων που εννοήθηκαν ή υποννοήθηκαν ή ευνοήθηκαν ποτέ στον κόσμο αυτό.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

H-κτρά

Δύο ώρες πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Πιάτα, ποτήρια, φαγητό.
Μιάμιση ώρα πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Συζητήσεις για το φόβο του θανάτου.
Άλλοι τρέμουν, άλλοι γελούν ακόμα.
Μια ώρα πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Εκείνη, με το κεφάλι στ' αστέρια, από μικρό κορίτσι...
αφηγείται όνειρα...
Ξάφνου παρελαύνουν εντός μου σύννεφα, άγιοι, τσεκούρια, αστέρια, ξίφοι, καμάρες, στρατιώτες, τούτη η ζωή κι ίσως και μιαν άλλη, έρωτες, αριθμοί, σταυροδρόμια.
Δέκα λεπτά πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Φαντάσματα.
"Μη μιλάτε για τέτοια θα φύγω"
Το κεφάλι, κατ' ανάγκη πίσω στη γη.
Κακούργα γη.
Ένα λεπτό μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Είδατε! Πάει πολύ καλά το ρολόι μου! Πρώτο κομμάτι του Χριστού..."
Δύο λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Κόβω. Πρώτο κομμάτι του φτωχού"
"Α! Καλά.. όπως θες κόψε τα!"
Δύο λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Το φλουρί έπεσε στο κομμάτι του φτωχού"
Δέκα λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Να σας αφήσσω κι εγώ στην ησυχία σας!"
Το κορίτσι με το κεφάλι στ' αστέρια ακόμα και ίσως και για πολύ καιρό ακόμα θα προσπαθεί να ισορροπήσει σε όλους τους παράλληλους κόσμους. Γνωστούς της και μη.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Αγκαλιά την αγκαθιά. [20/10/2016]

Δεν ξέρω αν θυμάσαι το τότε που έμοιαζε οι πάντες να βαδίζουν μαζί. Δεν ξέρω αν είχες ποτέ σου πρόβλημα με το "μαζί". Ποιο μαζί θα μου πεις; Και πότε είχε σημασία για σένα το μαζί; Το μόνο μαζί που διάλεξες έμοιαζε με ναό που περίμενε τους ταπεινούς, μικρούς, φτωχούς πιστούς να έρθουν να καταθέσουν τα δώρα τους. Τέτοια ντουβάρια υπολόγιζες πάντα για ανθρώπους. Ίσως επειδή είχαν ψηλά παράθυρα κι αν κάποιος κατάφερνε να μπει μέσα στο ντουβάρι εκείνο έβλεπε μακριά. Όμως εσύ κράτησες το ντουβάρι, κατοίκησες μέσα του, το αγάπησες, υποκρίθηκες ελευθερία, κοινή συναινέση με το ντουβάρι και νομίσατε πως ζήσατε καλά και ΕΛΕΥΘΕΡΑ.
Πλησιάζουν δειλά κι άλλοι χειμώνες, εκτρέφω μια αγκαθιά στο πατάρι πάνω από την ντουλάπα. Την επισκέπτομαι συχνά, όχι καθημερινά. Τη βλέπω να γεμίζει με αγκάθια κι ανυπομονώ να φτάσει στο ύψος μου για να πάρω φόρα και να την αγκαλιάσω. Θα γεμίσει το σώμα μου αίμα βρώμικο. Όμως μη φοβάσαι αυτό θα γίνει στην αρχή. Όσο θα περνάει η ώρα και θα αδειάζει το δοχείο-κουφάρι μου, το αίμα θα καθαρίζει. Θα βγαίνει πια έξω και το πιο καθαρό, κόκκινο και πηχτό, θα χυθεί στη γη και θα βράσει στο χώμα. Όχι στο πάτωμα. Στο πάτωμα. Σε κείνο το πάτωμα. Ξέμεινε μια μπλούζα σου πεσμένη από εκείνη την τελευταία φορά που σε είδα. Αυτή ήταν ο σπόρος μου σαν φύτεψα την αγκαθιά. Θα ποτιστεί με το αίμα και θα γεμίσει ο τόπος αγκάθια. Θα βγουν απ'το διαμέρισμα, θα σπρώξουν έξω στο δρόμο έπιπλα, αντικείμενα και γράμματα και θα φτάσουν έξω από το σπίτι σου διαδοχικά και γρήγορα. Δε θα πονέσεις, δε θα τρυπηθείς και ίσως και να μην δακρύσεις μα θα απορείς σε ποιο απ'όλα εκείνα τα αγκάθια καρφώθηκαν δυο μέταλλα που κοσμούσαν τα ντουβάρια σας σαν αγκαλιαζόσαστε όλα τα βράδια που κάποια γυναίκα εξέτρεφε με δάκρυα και αίμα μια μικρούλα αγκαθιά.
Κι έπειτα οι πλανήτες θα έρθουν σε έναν τέλειο κύκλο κι ένα γεμάτο φεγγάρι θα φωτίσει εκείνη τη γυναίκα που έκλαιγε. Όμως αυτό το βράδυ θα γελά, θα γελά δυνατά και θα τρέμει το σώμα της στο ρυθμό του γέλιου. 
Μόνο τότε θα ξημερώσει γλυκό το καλοκαίρι και το πρωινό.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΑΥΡΟ/ΓΚΡΙ [19/09/2016]


Όλες οι λέξεις που γράφτηκαν.
Αργά ή γρήγορα.
Πνίγηκαν σε μια θάλασσα.
Τα όνειρα άδειασαν από πρόσωπα αγαπημένα.
Η ζωή βάφτηκε γκρι.
Οι περαστικοί έγιναν φίλοι.
Οι εραστές ξένοι.
Απέμεινε μια μαύρη τρύπα.
Ρούφηξε πρώτο τον δικό μου ουρανό.
Έπειτα της γυναίκας και της κόρης σου.
Και τελευταίο το δικό σου.
Κανένας ουρανός δεν είναι ανοιχτόκαρδος.
Κανένα φεγγάρι δε χαρίζει μόνο.
Καμιάν αρετή και κανένα χάρισμα,
δε δίνονται χωρίς αντάλλαγμα.
Μόνο σκοτάδια για όσους κάποτε αγάπησαν
και έπεσαν ηττημένοι στο τεραίν.
Μόνο μαύρο και σιωπή.
Για όλους τους άλλους, η ζωή συνεχίστηκε γκρι.