Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ημερομηνιακό [11/12/2013]


Οι απεγνωσμένες κινήσεις στον έρωτα.
Προδίδουν τον πόνο του δράστη.
Μια κίνηση ολικού ή μερικού εξευτελισμού.
Ντυμένη με τη μικρής διάρκειας ενδυμασία του ρομαντισμού.
Ελεύθεροι κι ωραίοι.
Κλεισμένες, μερικές μέρες,
σε χορούς και χρωματιστά φορέματα.
Με ένα άλογο περήφανο
κι ένα θεατρινίστικο.
Να κλεινόμαστε σε φόβους,
όσο η φαντασία μας τα καβαλά
και τρέχει μακριά λεύτερη
και διόλου απεγνωσμένη.
Σε νύχτες που μυρίζουν,
τσιγάρο και σούπα,
φτάνοντας τα γεράματα,
πολύ πριν τη νιότη,
με ξεραμένο λαρύγγι,
κάθε τέτοιο βράδυ,
θα σου φωνάζω,
"τώρα που γεράσαμε,
έλα να ξανανιώσουμε μαζί"

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Άθληση Υψηλού Επιπέδου [02/12/2013]























Δε με νοιάζω εγώ.
Εσύ με νοιάζεις.
Σε βλέπω να ξαγρυπνάς.
Ιδρωμένος και θυμωμένος.
Μπροστά από άδεια μπουκάλια.
Να τα σπας.
Καθώς σχηματίζεται η μορφή μου σ' ένα από δαύτα.
Ο στόχος εσύ.
Ο στόχος σου. Εσύ.
Εγώ απλά η αφορμή.
Να σε πετύχεις.
Να σε πονέσεις και να σε αναστήσεις.
Σε μια βρύση.
Ρίχνεις νερό, γουρλώνεις τα μάτια.
Πάρε τα πάνω σου ρε μαλάκα.
Σου λες.
Και πίσω σου εμφανίζομαι εγώ.
Ένα είδωλο μέσα και πίσω απ' το δικό σου.
Πάρτο χαμπάρι.
Όσοι αιώνες κι αν περάσουν.
Ο ένας σημαδεύει τον άλλον.
Με βέλος που στάζει το αίμα του στόχου.

Αντίστροφη μέτρηση και μπούρδες [02/12/2013]

Ο ποιητής λέει.
Την πιο όμορφη θάλασσα
δεν την έχουμε δει ακόμα.
Κι έκατσε να σκάσει.
Πρωινό Δευτέρας.
Η πόλη να σέρνεται πρωινά.
Κι εγώ από το προηγούμενο όνειρο.
Να έρχομαι στο φως.
Ο Δεκέμβρης.
Ωραίος μήνας, πάντα στολισμένος.
Αγχωτικός και μελαγχολικός.
Μετράς ανάποδα.
Για μια ακόμα χρονιά.
Που σε άφησε ίδιο.
Πήρε κι έφερε.
Κι άλλα τέτοια καταληκτικά.
Άντε γαμήσου κι εσύ.
Και η αντίστροφη μέτρηση των ζωών μας.
Ένα πράμα έχει αξία.
Να πονάει το κεφάλι και να καίει το δέρμα.
Ένας αιώνιος εσωτερικός πυρετός.
Επίπονος και υπέρλαμπρος.
Μη σβήνεις ρε μαλάκα.

Μια μέρα [28/11/2013]

Τα πρωϊνά συνήθως χαρούμενα.
Βρίσκομαι κουκουλωμένη σε μια προσωπική θέρμη.
Ακούω στο βάθος τη φωνή κάποιου πρωινού δημοσιογράφου.
Τα κουζινικά της μάνας σε δράση.
Κι ίσως λίγα γέλια σ' ένα τηλέφωνο.
Οι δυο κακές γριές γειτόνισσες να κουτσομπολεύουν.
Τα ψάρια μου υπερκινητικά να εκφράζουν την πείνα τους.
Όταν τα κοιτάζω σκέφτομαι.
Ο δρόμος για τον προορισμό είναι μακρύς.
Όμως εμείς έχουμε τη χαρά του ταξιδιού.
Ενώ εκείνα όχι.
Σέρνω τα πόδια μου μέχρι την κουζίνα.
Σωριάζομαι σε μια καρέκλα.
Παρακαλάω κάθε μέρα τον καφέ να είναι έτοιμος.
Ένας τελειωμένος ελληνικός.
Μου θυμίζει πως κάποιοι ξυπνάνε πιο πρωί.
Καταβρέχω τον εαυτό μου με νερό.
Ας πούμε ξύπνησα.
Ο ήχος από το καμινέτο.
Η πρώτη αγαπημένη βαβούρα της μέρας.
Τα νέα δια στόματος μάνας ξεμακραίνουν.
Ντύνομαι.
Ρουφάω απεγνωσμένα τις τελευταίες γουλιές της κούπας.
Ανοίγω την πόρτα.
Φωνάζω "έφυγα".
Κλείνω την πόρτα.
Η μέρα.
Το μεσημέρι.
Το απόγευμα.
Τα βράδια καθυστερώ να γυρίσω.
Τα βράδια είναι ατέλειωτα.
Όταν πω το "γύρισα".
Ξεκινάει μια μελαγχολική φρενίτιδα.
Πέφτω στο κρεβάτι.
Χαμένη.
Σαν τρελή.
Μια στιγμή μένω ακίνητη.
Σφίγγω τα μάτια.
Και να 'σαι.
Τα βράδια σου λέω.
Αυτά με οδηγούν στην τρέλα.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Βροχή στη γειτονιά [23/11/2013]


Κι είναι κι αυτός ο καιρός.
Η ξαφνική καταιγίδα.
Μετράει ήδη δυο ώρες.
Μούλιασαν οι αποφάσεις μου.
Ξεράθηκαν τα κόκκαλα μου.
Το νερό έχει διαπεράσει τα πάντα.
Μας απομακρύνει.
Δίνει χρόνο στις αποφάσεις μου.
Να τιθασεύσουν, ν' αγριέψουν,
να γίνουν ποτάμι και να με πνίξουν
μόνη εμένα
λίγο πριν σ' αρπάξω μαζί μου.
Είναι τα παιδικά μου μάτια
που ξυπνάνε με κάθε βροχή
όλο  και πιο θλιμμένα
από την προηγούμενη μπόρα.
Είναι τα χείλη που στεγνά ανοιγοκλείνουμε
τόσον καιρό
και με τη μπόρα
πίνουμε σαν χρόνια διψασμένοι
τις σταγόνες που τα κοσμούν.
Τέλος είναι τούτη η πόλη
με τα μπαρ, τις γυναίκες και τους άντρες της.
Ωραίοι νέοι και γέροι
να μου θυμίζουν το πέρασμα σου
στους αιώνες.
Τσιγάρο βρεγμένο και σκέψη αφυδατωμένη.

νεογέννητο πτώμα [15/11/2013]

Στα φθινοπωρινά φύλλα.
Η αγάπη γεννιέται.
Στον τόπο μου όμως.
Πεθαίνει γρήγορα.
Σε δυο μέρες το πολύ.
Τη σκοτώνει εν ψυχρώ.
Ένας παγωμένος αγέρας.
Δε την αφήνει.
Το πρώτο άνθος της να γεννήσει.
Περνάει σύριζα.
Πάνω από το ισχνό κορμί της.
Της βγάζει τη λεπτή πρώτη επιδερμίδα.
Την τυλίγει στο χορό του.
Και την παρασύρει μακριά.
Τις νύχτες του φθινοπώρου.
Όταν το κρύο είναι πια γεγονός.
Αρκεί μια στιγμή.
Να σε σκεφτώ.
Και να την αναστήσω.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μίσος ή μισός; [09/11/2013]


Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός.
Αν γιατρεύει τελικά.
Αν αυτό που κάνει λέγεται γιατρειά.
Αφήνει ανοιχτή μια μεγάλη τρύπα στο στήθος και στο στομάχι.
Δε γεμίζει ποτέ αυτή.
Ό,τι κι αν κάνεις.
Όμως ο χρόνος συνεχίζει να περνάει.
Κι οι άνθρωποι με βαριούνται, με προσπερνούν.
Κι εγώ τους βαριέμαι.
Είναι πολύπλοκοι και προβληματικοί.
Ύστερα πάλι μετανιώνω.
Ανήκω στο είδος τους. Θυμάμαι.
Γερνάμε και δεν έχουμε πει,
μια φορά,
το σκοπό της ύπαρξης μας,
τις πραγματικές μας προθέσεις,
τα αληθινά μας ένστικτα και αισθήματα.
Γι' αυτό είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε.
Πεθαίνουμε μέρα με τη μέρα.
Στιγμή τη στιγμή.
Μακριά ο ένας απ' τον άλλον.
Χωρίς αγκαλιά και μνήμη.
Με μόνη παρηγοριά τη σάρκα μας.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Καθημερινό μεθύσι [29/10/2013]

Τρίτη.
Μπορεί τετάρτη.
Μπορεί πέμπτη.
Πάντως καθημερινή.
Δεν ήταν σαββατιάτικο μεθύσι μου.
Σπάνια μεθάω τα σάββατα.
Γυρνούσα σπίτι.
Με την ελπίδα της συνάντησης.
Όπως πάντα.
Ξεθεωμένη απ' τ' άσχημα.
Μια ωραία στιγμή πριν τον ύπνο.
Κανένα σημάδι σου ποτέ δε θα είναι αρκετό.
Σιγά μη νικούσαν τα όμορφα.
Κανένα σημάδι.
Κι ας ήταν βράδυ καθημερινής.
Πάει κοντά ένας μήνας.
Κι ακόμα θυμάμαι την ανυπαρξία σου.
Την απουσία σου στην τελευταία μας στιγμή.
Δε χανόμαστε.
Απλά δε βρεθήκαμε ποτέ.

Σιχαμερό Φινάλε [29/10/2013]


Λίγο πριν πεθάνω.
Θέλω να σου πω τόσα.
Λόγια που υποπτεύτηκες ότι σχημάτισαν τα χείλη μου.
Φιλιά που κράτησα και δεν έδωσα.
Στιγμές που μιμήθηκα αποτυχημένα.
Αγγίγματα που δεν ένιωσα.
Και χτυποκάρδια που αντικατέστησα με θάνατο.
Θα στα πω και θα στα δείξω ιστορικά.
Θα σε εκδικηθώ άθελα μου.
Αυτή η παρουσίαση θα είναι αρκετή.
Θα με σιχαθείς τόσο πολύ που θα το πεις κιόλας δυνατά.
Μέχρι και τον επίλογο μου,
θα στέκεις βουβός,
θ' ακούς καρτερικά.
Κι όταν θα αναφωνήσεις,
κοιτώντας με μίσος "σε σιχαίνομαι",
θα ακολουθήσει το δικό σου παραλήρημα.
Μεσάνυχτα ακριβώς.
Ξεκινάει το θέατρο.
Τίτλους τέλους ρίχνεις πάντα εσύ.
Γύρω στα μεσημέρι,
την ώρα της πιο αδιάφορης συνάντησης μας.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ζωή μου κόντρα [26/10/2013]


Είναι τα βράδια.
Κυρίως τα βράδια.
Ανασαίνω βαριά.
Αναστενάζω κιόλας.
Ούτε και ξέρω πως να το μιμηθώ.
Την άλλη μέρα το πρωί.
Δε θα με παραμυθιάσω.
Η ζωή μου, ξέρει να φεύγει.
Είναι Κυρία με αξιοπρέπεια.
Ξυπνάει πρωί.
Πιο πρωί από μένα.
Δίχως καφέ και τσιγάρο.
Με μουτζουρωμένα μάτια.
Κοιτάζει στο κρεβάτι.
Θυμάται το όνομα του χθεσινού εραστή της.
Κι ύστερα φεύγει.
Αν δε το θυμηθεί.
Κολλάει εκεί για κανά δυο ζωές.
Με τη ζωή μου πάμε πάντα αντίθετα.
Κι ύστερα λένε ότι αν μένεις με κάποιον επηρεάζεσαι.
Μαλακίες λένε.
Είκοσι έξι χρόνια περπατάμε αντίθετα.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Δεν υπάρχεις [21/10/2013]

Θυμάμαι ένα μπλε.
Θυμάμαι όλα τα μπλε των ουρανών που είδαμε μαζί.
Δε θυμάμαι ούτε ένα από εκείνα που 'δαμε χώρια.
Οι φωτισμοί και οι σκιές.
Των αισθημάτων μου και της ανυπαρξίας των δικών σου.
Προχθές ήπια τόσο όσο έπρεπε.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου.
Κι ένιωσα πως αν εσύ δεν υπάρχεις.
Τότε εγώ τι φιλοσοφώ;!
Είπα να δώσω τόπο στην οργή.
Χρόνο στην αδράνεια.
Κι εσύ δεν υπάρχεις.
Και καθώς περνάει ο χρόνος
βεβαιώνομαι ότι και πάλι όνειρο ήταν.
Μυρίζοντας μόνη μέσα στο άδειο σπίτι τον ζεστό καφέ, ξέρω.
Ξέρω πως εγώ ζω όσο εσύ δεν υπάρχεις.
Ή ότι τουλάχιστον πρέπει να το κάνω.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα ή αλλιώς έκλεψα έναν τίτλο [21/10/2013]

Οι πιο φρικτές μου στιγμές.
Όταν γελάω σαν παιδί.
Όταν παίζω σαν παιδί.
Κάθε φορά που κερδίζω.
Ο τρόπος με τον οποίο το κάνω.
Οι νίκες.
Με φοβίζουν.
Οι ήττες.
Με εξαγριώνουν.
Δεν υπάρχει σωτηρία μωρό μου.
Ή θα με εξαγριώσει ο φόβος μου.
Για σένα.
Και μαζί με σένα για τη ζωή.
Ή θα ζω στο αιώνιο δίπολο.
Νικητής μαζί και ηττημένος.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σελήνη στο ΦΟΥΛ. [20/10/2013]


Γιομάτα φεγγάρια.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Αποκτά υπόσταση.
Ο συναισθηματικός μου κόσμος.
Τμήμα του όλου μου.
Το οποίο εντέχνως αποκρύπτω.
Σε ώρες υψηλής κυκλοφορίας.
Το αλκοόλ ήταν μια παρηγορητική συντροφιά.
Έχει προσφέρει και κλάσματα λήθης, μπορώ να πω.
Τότε.
Τώρα.
Είναι η πόρτα εισόδου.
Είσοδος σ' ένα μενεξεδένιο πηγάδι.
Άλλοτε σκοτεινό.
Μωβ πένθιμο.
Και πιο σπάνια.
-τότε που ήμουν παιδί-
Ανοιξιάτικος κήπος με τροπική θερμοκρασία.
Ο καπνός απ' τα τσιγάρα μου.
Προμηνύει βροχή.
Όχι καταιγίδα.
Ποτέ ακρότητες.
Δε με πολυγουστάρουν πανάθεμα τες.
Βροχή σα λύτρωση.
Άκου τις ξεψυχισμένες σταγόνες.
Βροχή παρηγοριάς αγάπη μου.
Σα γρια που τα 'χει χάσει και κλαίει πάλι έναν νεκρό της προηγούμενης δεκαετίας.

ανύπαρκτα "σ' αγαπώ" [20/10/2013]


Σήμερα άνοιξα πάλι το ξεχασμένο τετράδιο.
Το αγόρασα για μένα.
Λίγες μέρες μετά την είσοδο του νέου έτους.
Όχι με την κουτή ελπίδα της οργάνωσης
                                        της σχεδίασης
                                        της υλοποίησης.
Ίσα ίσα για να το γεμίσω.
Γράφω ακόμα στον Αύγουστο.
Κι έξω είναι ήδη Οκτώβρης.
Τελειώνει το έτος.
Λέω στον εαυτό μου.
Γράψε, είναι για το στόχο.
Μπλα μπλα μπλα μπλα.
Δε σκέφτηκα ποτέ το τι και το πως.
Θυμάμαι μόνο -και μου χαμογελώ κοροϊδευτικά-
που ήθελα να σου ζητώ πέντε λεπτά τη μέρα για να σου γράφω
ένα ακόμα σ' αγαπώ.
Μια ακόμα αφελής και λανθασμένη σκέψη
για την αρχή του χρόνου
που ποτέ δε θα 'ρθει
και σε λίγο τελειώνει.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Μια στιγμή θάρρους [16/10/2013]


Και βρίζει ο κόσμος και θυμώνει.
Δαιμονίζεται με όλα τούτα που συμβαίνουν.
Και περιμένουν να δουν μια άσπρη μέρα,
κι όχι με χιόνι γιατί είναι ακριβό το πετρέλαιο.
Κάπου στον παγκόσμιο χάρτη
κάποιοι πρώην απολιτικ
νυν πολιτίκ
κάνανε και ομάδα που φοράει λευκά.
Αυτοί να δεις δε θα 'χανε την Κατερίνα.
Κι εμείς που νιώσαμε στην εφηβεία
ότι την μάθαμε αργά
και γιομίσαμε τύψεις και ενοχές
που δεν την ξέραμε
και ουδεμία βελτίωση δε βλέπαμε
στους εαυτούς μας από τους γονιούς μας.
Διάτανε κι είμαστε παιδιά!
Δεκαέξι το πολύ...
Ακόμα και σήμερα -όχι πολύ μεγαλύτεροι-
τα ίδια ακούμε.
Τι κάναμε εμείς για να σωθούμε;
Για το μέλλον μας και το μέλλον των δικών μας παιδιών.
Με ένα τηλέφωνο όλη την ώρα για καφέ;
........
Και σε ρωτάω "θες να κάνω;"
-δημοκρατικά το πάω, θαύμασε με-
Και μου λες "κάνε, να σε δω"
-και με ειρωνεύεσαι-
Και σε γράφω και κάνω πόλεμο.
Πόλεμο.
Είμαι σε διαρκή πόλεμο.
Πολεμάω να λευτερωθώ από κάθε αρρώστια που με κόλλησες.
-με κοιτάς ακόμα ειρωνικά-
-δε δέχεσαι τα λάθη σου-
Πολεμάω να πιάσω το χέρι του ανθρώπου για τον οποίο συνεχίζω να ζω.
Πολεμάω να αγαπήσω το φίλο με αγάπη αληθινή.
-Μάθαμε βλέπεις να κάνουμε παρέα άγνωστοι.-

Συγχώρα με μα πολεμάω για όσους τ' αξίζουν,
αν νιώσεις ότι με πρόδωσες
σε ικετεύω μην το παραδεχτείς
ξεβάφει δύσκολα το αίμα απ' τη σάρκα μου.
Απλά άδειασε μου τη γωνιά.
Τον τρόπο επέλεξε τον εσύ.
-δημοκρατικά δεν είπες;-
Εγώ απλά μετρώ μέχρι το τρία.
ένα...
δύο...
...

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

καρνάβαλος του οκτώβρη [12/10/2013]

Πως το λένε εκείνο;
Αυτό που ντυνόμαστε μασκαράδες.
Φοράμε τα ρούχα του άλλου.
Μιμούμαστε τη φωνή του.
Πετάμε τη σάρκα και φοράμε νέο δέρμα.
Το κάνουμε το καρναβάλι.
Για διασκέδαση και πλάκα.
Κυκλοφορούμε συντροφιές.
Με μια μπουκάλα στο χέρι.
Άλλοτε ο καθένας το δικό του.
Άλλοτε όλοι μαζί μια.
Πίνουμε κλεφτές γουλιές.
Χορεύουμε και τραγουδάμε.
Καλυμμένοι.

Τώρα όμως είναι Οκτώβρης.
Φοράω τα δικά μου ρούχα.
Άλλο ανήκει στη γιαγιά,
κι άλλο -σακάκι δανεικό-
σε έναν ανεξερεύνητο κι άγνωστο συγγενή.
Η φωνή μου βαριά και κουρασμένη.
Το δέρμα μου πιο λευκό από ποτέ.
Φθινόπωρο.
Κι έχει ακόμα ζεστές νύχτες.
Συνήθεια κι επιλογή.
Περπατώ μόνη.
Με μια μπουκάλα στο χέρι.
Η δεύτερη για απόψε.
Κάποιο κρασί, κάποιου θείου.
Πίνω γερές, δυνατές δόσεις.
Χάνομαι και τραγουδάω.
Μόνη. Λιγότερο μόνη.
Σήμερα ντύθηκα εσύ.
Η μύτη σου έγινε η μύτη μου.
Τα χείλη σου, χείλη μου.
Μένουν τα μάτια.
Μια στιγμή να τα κολλήσω.
Και θα γίνουμε ένα πράγμα.
Ο καρνάβαλος ενός οκτώβρη.

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

το κάθε μου ξενύχτι [02/10/2013]

οι άλλοι και οι άλλες.
οι μικρές αμαρτίες μιας ζωής που ακόμα χρωστάμε.
ανόητες αλήθειες που αφήνουμε πίσω μας.
δε μπορούμε να τις ξεχάσουμε κι έτσι τις θάβουμε.
πιστεύοντας -οι ανοήτοι- ότι μόνες θα φύγουν.
τρέχουμε από κρεβάτι σε κρεβάτι.
ξεχνώντας τ' όνομα του και τη μυρωδιά της.
χανόμαστε σε εμπειρίες άχρηστες.
τα πρώτα χρόνια κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
χρόνια προετοιμασίας λέμε.
ένα πράγμα θέλουμε.
απ' όταν γεννηθούμε.
κι όμως περνάνε οι ζωές, κι εμείς συνεχίζουμε την κοροϊδία.
το πιο όμορφο ισούται με ένα βλέμμα.
όσες στιγμές των άλλων κι αν ακολουθούν.
πέφτουν στη θάλασσα.
πνίγονται και δεν αφήνουν καν σχήμα.
τις ανασύρουμε από τον πάτο.
στο πρώτο-δεύτερο ποτήρι...
παραμυθιαζόμαστε λίγο..
για κείνα που ζήσαμε..

κι όλη την υπόλοιπη νύχτα
θρηνούμε βουβά για κείνα που δεν ανταμώσαμε ποτέ.

Μηχανικά [02/10/2013]

Σε μερικά καφενεία.
Έτσι μ' αρέσει να τα λέω.
Ο νους εμφανίστηκε πριν τις καρέκλες.
Ο νους όχι του ιδρυτή.
Μα του ίδιου του μαγαζιού.
Ίσως να ήταν θαμμένος στα ερείπια της προηγούμενης επιχείρησης.
Ίσως να ήθελε για χρόνια ολόκληρα.
Να γεννηθεί, να ξεθαφτεί, ν' αναπνεύσει.
Να περάσει δίπλα από τους μελλοντικούς πελάτες του.
Να τους εμπνεύσει.
Χαμόγελα, έρωτες, αρώματα.
Τώρα πια γεννημένος ξανά.
Θα γίνει ο πρώτος θαμώνας.
Θα ντυθεί τα ρούχα του.
Θα πει τ' αστεία του.
Θα περάσει μέσα στα χρόνια.
Σαν κλασσικός ήρωας κείνου του καφενέ.
Μισή ζωή δε θα αξίζει τίποτα μπρος σ' έναν καφέ κι ένα τάβλι μαζί του.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Συνειδητοποίηση [23/09/2013]

σε θέλω.
σε θέλησα πριν γεννηθώ.
προκειμένου να τα καταφέρω
να δω το φως της μέρας.
σε ήθελα τότε που ήμουν ποντίκι.
σε ήθελα και τότε που ήμουν περήφανο πουλί.
θα σε θέλω όταν γεννηθώ στην αφρική.
θα σε θέλω σε όποιο θεό ή θεά προσεύχομαι.
θα σε θέλω σε κάθε γαλαξία και κλίμα.
σε θέλω.
τώρα άλλαξε το "σε" με "με",
τις καταλήξεις των ρημάτων.
συνειδητοποίησε.

Ημιδιάφανα [23/09/2013]


Σαν να περνάνε οι ζωές.
Η μια μέσα στην άλλη.
Ημιδιάφανα υφάσματα.
Μπλέκονται στην τελευταία μανία του ανέμου.
Απλωμένα στο τεντωμένο σκοινί.
Στη συνοδεία των αιώνων.
Ημιδιάφανα, λεπτεπίλεπτα, σχεδόν άυλα.
Τα χρόνια που ονειρεύτηκα κι έζησα χώρια σου.
Κι αλίμονο αν έρθουν κι άλλα.
Ποιο πειθήνιο και ταπεινό αεράκι.
Θα τα μπλέξει, θα τα υφάνει.
Θα με πείσει να τα πω ζωή.
Ημιδιάφανες οι στιγμές.
Συναντήσεις, μονοιάσματα.
Ανεξάρτητα και συνδεδεμένα.
Σε νου χαζό, παραμυθένιο
ή πεζό κι απόλυτο.
Σώματα και βλέμματα
που εισχωρούν το ένα στο άλλο
και παύουν να 'ναι διάφανα.
Ημιδιάφανα αγγίγματα κι έρωτας.


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

μουδιασμένο [19/09/2013]


μη θαρρείς πως σε ξέχασα.
μοναχά μερικές φορές.
δεν ξέρω τι εποχή είναι.
ίσως να φταίει και το κλίμα.
μουδιάζω.
το σώμα μου δε νιώθει.
δε λαμβάνει ερεθίσματα ο νους.
νιώθω τα κοκκαλά μου βαριά.
τους μύες μου σε τρελό χορό.
και τις φλέβες μου με δυσκολία
           να κυκλοφορούν το λιγοστό μου αίμα.
θα μπορούσε να μοιάζει με μεταμόρφωση.
μα είναι αργός θάνατος.
ναι, ίσως ν' ακολουθεί μια νέα ζωή.
ακόμα κι αν δεν όμως,
           μου φτάνει που σ' αυτήν σ' αγάπησα.

πάλι & πάντα [19/09/2013]


Στους μικρούς καθημερινούς μου πόνους.
Συνοψίζεται η μαζική απώλεια.
Μια παρακμή γεμάτη σήψη.
Μια λύσσα που η φωνή δε τη χωρά,
                          κι έτσι την φιλοξενεί η σιωπή.
Στα μάτια μου όταν τα ανοίγω.
Υπάρχει μόνο ένας διαρκής τρόμος.
Κι ένας ανεξήγητος προσωπικός θυμός.
Απόγνωση με καμιά φορά δόσεις ελπίδας.
Ότι το όλο θέμα είναι η μοναξιά.
Η χαμένη ονειρική οικογένεια.
Άσχημη όπως όλες οι αγαπημένες.
Όμως ποια μοναξιά;
Η δική μου, η δική σου, η δική τους.
Γιατί χωριζόμαστε οι άνθρωποι.
Αφού πλαστήκαμε για ν' αγαπιόμαστε.
Ενωνόμαστε λόγω της αγάπης.
Κι ύστερα πάλι με κείνη μένουμε μόνοι.

Προς τους αγαπημένους μου.
Η αγάπη μας βγαίνει κάθε πρωινό με τον ήλιο,
να το θυμάστε τα βράδια κοιτώντας το φεγγάρι.
Τ' αστέρια εμείς που παλεύουμε και πάλι και πάντα να ενωθούμε.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

έτσι να δεις θα 'ναι [12/09/2013]

δε μπόρεσα.
αρνήθηκα.
φόβος.
τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
σχεδόν γελοιοποίηση.
έτσι το 'βλεπα πάντα.
κι όμως λέει.
έτσι γίνεται.
δεν υπάρχει δηλαδή άλλος τρόπος;
διαφορετικά.
δε συνέβαινε πάντα έτσι.
δε γίνεται να ήταν πάντα έτσι.
μοιάζει. όχι δε μοιάζει.
είναι ανώριμο.
ή δεν ξέρω.
δεν ξέρω.
με τρομοκρατούσε πάντα.
κι όλους τους άλλους.
για αυτό το απλουστεύσαμε.
εγώ. σε μένα. μάλλον το σκότωσα.
είναι νεκρό.
ίσως να συμβιβαστώ με την απλότητα.
την απώλεια της μάχης.
τις επίπεδες επιρροές.
θα θαυμάζω τα μυθιστορήματα των άλλων.
δε το ξέρω.
το φοβάμαι.
εξάλλου αυτά δε διδάσκονται.
ή τα 'χεις ή δεν τα 'χεις.
άτιμη διαπαιδαγώγηση.


Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

δώδεκα, έντεκα, εννιά [11/09/2013]

ένα τέταρτο πριν τα μεσάνυχτα
κόντεψα που λες να ξεχάσω
πάνε έντεκα χρόνια από τότε
ήμουνα, ήσουνα..
τι λουλούδι;
τι σημασία έχει;
καμία
έκανα τον κύκλο και βγήκα
για να ξαναμπώ όταν θα βγαίνεις
και να βγω όταν θα μπεις πάλι
να γυρίζουμε γύρω από τους εαυτούς μας
και ο ένας γύρω από τον άλλον
τόσα χρόνια
μαχητές, ηττημένοι και νικητές
δεν έχω λόγο που τα λέω αυτά
εξάλλου πήγε πια δώδεκα

όμοιοι [11/09/2013]



Ξέρω πόσο σε πονά.
Όταν δε συγκρούεσαι μαζί μου.
Καταλαβαίνω την απώλεια σου.
Όσο δε σε προκαλώ σε μάχη.
Μάχη στημένη για δύο.
Λυπάμαι που αναγκάζεσαι να φυλάς τις δυνάμεις σου.
Μέχρι μ' ένα χτύπημα μου να βρεις κι άλλες.
Νιώθω την ανάγκη σου για λύτρωση και βασανισμό.
Τη μίζερη σου ύπαρξη.
Που μόνο μέσω της συνύπαρξης μας,
στο πεδίο της μάχης, εξυψώνεται.
Ξέρω καλά πόσο οξυγόνο σου στερεί,
η απουσία του αίματος μου στην αρένα.
Θυμάμαι τις απεγνωσμένες προσπάθειες σου.
Προσπάθειες υπ ερανισμού.
Απασχόλησης και αδιαφορίας.
Ήθελες τόσο πολύ να με πείσεις.
Σκαρφιζόσουν κάθε φορά.
Μια ανούσιο σημαντική ασχολία σου.
Δεν παραδεχόσουν πως το μόνο παιχνίδι
που σε θρέφει
σε ξεδιψά
σε αναζωογονεί
σε κάνει να νιώθεις
και να είσαι ζωντανός
είμαι εγώ.

Εξάλλου αρρωστημένε μου εραστή,
μοιάζαμε πάντα σα δυο σταγόνες νερό.


Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Εξάρχεια μετά από καιρό [31/08/2013]


Κι είναι κι οι δρόμοι που διασχίσαμε.
Δύσκολοι και χαραγμένοι.
Στις μνήμες όσων τους περπάτησαν πιότερα.
Και στα σώματα και κυρίως στα πόδια μας.
Ένα στεφάνι που ξεκινά και τελειώνει στους αστραγάλους μας.
Λες και διαγράφει την ίδια άρρωστη πορεία.
Κάθε φορά, μια κούραση να συσσωρεύεται.
Νιώθουμε ότι κουβαλάμε αλυσίδες με σιδερένιες σφαίρες στις άκρες τους.
Κι ύστερα το βράδυ που μας κλειδώνουν το κελί.
Προσπαθούμε ν' αποσπαστούμε από την ανάμνηση του πόνου.
Μα η αίσθηση των αλυσίδων,
αόρατων πια, μας τραβά απ' τα πόδια,
μας σέρνει κάτω από το κρεβάτι.
Πεταγόμαστε στα όνειρα, στους εφιάλτες μας.
Συνέχεια πέφτουμε.
Αέναη πάλη για να σηκωθούμε.
Θα σηκωθούμε σου λέω, όσο κι αν πονάνε τα ρημάδια.
Άκου. Μη μιλάς. Άκου.
Η μουσική δυναμώνει, δεν αναγνωρίζω το είδος της.
Δυναμώνει κι άλλο.
Ο πόνος ηρεμεί. 
Τα πόδια μου ζωντανεύουν.
Τα δικά σου;
Ή κι οι δυο ή κανείς.
Έτσι δε λέει κείνο το ποίημα που μου διάβαζες;
"Κι οι δυο", για τότες που δε σ' απάντησα.
Πως είναι τα πόδια σου;
Άσε με μένα.
Ζωντανεύουν;
Δυναμώνεις;
Μη με θρέφεις άδικα ελπίδα.
Μαζί. Κι οι δυο σου λέω.
Δώσε μου το χέρι σου.
Θα σε σηκώσω.
Η μουσική ακούγεται απ' την καρδιά.
Στην καρδιά.
Ο πόνος σου μου λες περνάει.
Φεύγουν οι αόρατες αλυσίδες.
Σ' αγαπώ.
Περπάτα.
Τα νεύρα των ποδιών σου ζωντανεύουν πάλι, μου λες.
Περπατάς.
Περπατάμε.
Μαζί. Με την αγάπη.
Προς την ελευθερία.
Κι ας ξεράθηκε κείνο το λουλούδι που μου δωσες κάποτε.
Κι ας ξέβαψε κείνο το χαρτί που σου 'χα γράψει σ' αγαπώ.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Συνάντηση ανόητης με Αγαμέμνωνα [19/08/2013]


Τα αρχαία καλοκαιρινά θέατρα.
Σαν ακούγονται τα λόγια του φύλακα.
Στο παλάτι του Αγαμέμνονα.
Σε κάνουν να νιώθεις πόσο γέρασες.
Και την ίδια ώρα.
Η γνώση του κύκλου της εκδίκησης.
Σε κάνει να ξανανιώνεις.
Όχι γιατί προσωπικά,
έχεις κάποιο έργο να επιτελέσεις.
Αλλά ξέρεις, κοιτώντας την Κλυταιμνήστρα,
γυναίκα κι εσύ σαν εκείνη,
με αίμα δε φοβάσαι να βάψεις τα χέρια σου.
Κι είναι στη μέση και η κάθε
αδικοχαμένη Ιφιγένεια.
Για κείνη σκοτώνεις άντρα που ερωτεύτηκες
και πίσω σου γύρισε τον έρωτα
σαν αφαίρεσε το γόνο σας.
Κι είναι ιδιαίτερο πράγμα,
η αφαίρεση, η απώλεια.
Χάνεσαι για λίγα δευτερόλεπτα
κατά την περιγραφή του χαμού του στόλου
κι αφήνεις το βλέμμα σου να πλανηθεί.
Πρόσωπα μισοφωτισμένα κι αφοσιωμένα.
Και ξαφνικά αναφορά στους γιους του Ατρέα,
γίνεται το πρόσωπο σου
όμοιο με των γέρων του χορού
που συγκλονισμένοι ακούν.
Ακούς κι εσύ.
Ο μισός λογισμός σου στη νίκη του βασιλιά
κι ο άλλος μισός στο θάνατο
που απ' τη μια θα βρει τον Αγαμέμνονα
κι απ' την άλλη το έρημο σώμα σου κι απόψε.
Τουλάχιστον η κουβέντα σας πήγε καλά.


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

άτιτλο. [16/08/2013]


Γεννήθηκα για να αγαπήσω.
Δεν αποτελεί χρυσό κανόνα.
Συχνά θέλω να ξαναγεννηθώ.
Για να μισήσω.
Παράφορα.
Όχι πολλούς.
Έναν-δυο.
Απλά μαθηματικά.
Μισή στραβή.
Σε μίσησα.
Κι ύστερα ν' αγαπώ πάλι.
Με πιότερο θάρρος και πάθος.

Στην πλατεία. Μαζί. Ακούς μελτέμι; [15/08/2013]

Τον Αύγουστο το μόνο πράγμα που μπορεί να σε κάνει να τον νιώσεις είναι η παρακμιακή μουσική που φεύγει από γκλαμουράτο κατέστημα κεντρικότατης πλατείας. Αν η μουσική δεν τα καταφέρει αναλαμβάνει ο νυσταγμένος πλην ευγενέστατος σερβιτόρος, κι αν δε σου κάνει ούτε κι αυτός μένουν τα δέντρα που χτυπιούνται ακατάπαυστα στους ρυθμούς του μελτεμιού. Και η πόλη είναι άδεια κι εσύ για έναν ακόμα Δεκαπενταύγουστο έχεις την ευκαιρία να ψιθυρίσεις στο μελτέμι που θα 'θελες να σαι του χρόνου. Παίρνεις το χρόνο σου να σκεφτείς αποφεύγοντας και πάλι να σηκώσεις το τηλέφωνο και να αρχίσεις να εύχεσαι σε Μαρίες και Παναγιώτες. Η μεγάλη κανάτα με τα παγάκια και το νερό σου δίνουν όσο χρόνο χρειάζεσαι για να σκεφτείς και να ψιθυρίσεις στο μελτέμι. Μικρό διάλειμμα για τσιγάρο, εξάλλου κόπασε το αεράκι τώρα, έρχεται πάλι και σε τιμωρεί βγάζοντας σου τον καπνό από το χαρτάκι. Σε σκουντάει λέγοντας σου "μην ξεχνιέσαι, που θες να 'σαι του χρόνου τέτοια μέρα;". Φυσικά δεν πρόκειται για ευχή γενεθλίων λίγο πριν σβήσεις το κεράκι, ούτε για πρωτοχρονιάτικη. Είναι μια ακόμα εμμονή σου, μόνος τη σκέφτηκες, μόνος σου τη φόρτωσες. Πως να ξεκινήσεις να το σκέφτεσαι; Όπως τα έκανες όλα πάντα. Από τον περιβάλλοντα χώρο. Έτσι κι αλλιώς θα το ψελλίσεις στο μελτέμι. Η βαβούρα του σου γεμίζει το ηχητικό πεδίο μέχρι τη στιγμή που ένα τσίγκινο κουτάκι μπύρας παρεμβάλλεται και μεγαλώνει την ορχήστρα. Τα περιστέρια-οι μόνοι τραγουδιστές-κι εσύ ήδη ένα χρόνο σε αυτή την πλατεία, τέσσερις εποχές. Θυμάσαι πως είχες από παιδί αδυναμία στις πλατείες. Τραπεζάκια έξω λοιπόν. Για πάντα έξω! Ποιος τόλμησε ποτέ να σε πει σπιτόγατα; Απλά το έξω σου γίνεται σπίτι και το σπίτι σου πλατεία. Πάλι ξεχνιέσαι όμως. Το μελτέμι!!! Του χρόνου τέτοια εποχή εύχομαι να 'χει γίνει η επανάσταση, μια γενική λαϊκή εξέγερση και να 'μαι σε μια πλατεία, ακόμα και στην ίδια πλατεία, μ' αρέσει εδώ. Όμως το μόνο που δε μας άρεσε ποτέ κι ας έγινε φύση μας δεύτερη, μη σου πω και πρώτη, είναι η μοναξιά. Βρε χαμένε μου αδερφέ, φίλε κι εραστή εμείς γεννηθήκαμε στις πλατείες, παίξαμε κι ερωτευτήκαμε σε αυτές. Και μετά χαθήκαμε και είτε συνεχίσαμε μόνοι, είτε βρήκαμε άλλους και κρύψαμε τη μοναξιά μας σε τέσσερα ντουβάρια. Εμείς, οι δυό ή οι τέσσερις, στην πλατεία γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, φλερτάραμε, ερωτευτήκαμε, γίναμε γονείς και θα πεθάνουμε αντάμα. Στην πλατεία. Μαζί. Ακούς μελτέμι;



Αργά-αμφίδρομα-διαρκώς. [15/08/2013]

Όλα αυτά τα βράδια.
Που θέλεις να ξεχνάς.
Σε συγχωρώ.
Όχι δεν υπήρξα ποτέ καλή.
Ανυπόφορα κακιά ήμουν πάντα.
Η κόλαση και το βασανιστήριο.
Αμφίδρομο-αργό-διαρκές.
Έτσι είναι και η συγχώρεση μεταξύ μας.
Αμφίδρομη-αργή-διαρκής.

Τα κορίτσια του μελτεμιού [14/08/2013]

Δεκαπέντε αυγούστου.
Καφέ πλατείας.
Γεμάτο όσο χρειάζεται.
Πανέμορφες μικρές κυρίες.
Τρίτης ηλικίας.
Σαν πρώτης.
Πανέμορφα γεμάτα λουλούδια υφάσματα.
Ντύνουν τα σώματα τους.
Καφές ελληνικός ή δροσερή λεμονίτα.
Λίγο παραπέρα.
Μια γνωστή τους-μπορεί και πρώην φιλενάδα.
Ελενίτσα η μια.
Άκυρος ο ελληνικός.
Καπουτσίνο τελικά.
Πάνω στο τραπέζι ένα γλαστράκι βασιλικός.
Μοσχομύρισε ο τόπος.
Θα πουν τα νέα τους.
Θα μιλήσουν για τα παιδικά βασανιστήρια του ζαχάρου και της πίεσης.
Θα απολαύσουν το μελτέμι.
Όπως κι εγώ.
Κι ας είμαι μόνη στο τραπέζι.
Το μελτέμι θα μας κάνει μια συντροφιά.
Θα πούμε για τ' αγόρια, που μας τα πήραν όλα.
Κι ύστερα θα ονειρευτούμε φορέματα κι αρώματα.

Υ.Γ. Ωραίο θα ταν να χαμε και τη Βασούλα στην παρέα μας.

Καλοκαιρινοί χειμώνες [15/08/2013]

Στις άδειες πλατείες του Αυγούστου, οι άνθρωποι συλλογίζονται το χειμώνα.
Ούτε διακοπές, ούτε θαύματα.
Σταματούν και χαζεύοντας το τίποτα προετοιμάζονται για το χειμώνα.
Θα 'ναι βαρύς, θα 'ναι ατέλειωτος, δε το ξέρουν.
Κάνουν εικασίες.
Για το ψωμί και το νερό τους.
Τη δουλειά και την αγάπη τους.
Η ζέστη τους τρομοκρατεί.
Κάνει τα συναισθήματα πιο βαριά, ασήκωτα, αφόρητα.
Όχι τα τωρινά συναισθήματα.
Αλλά εκείνα του χειμώνα.
Διχάζει την παγκόσμια στιγμή τους,
στη ζέστη του και τη σκόνη του Αυγούστου
με το κρύο και την υγρασία του Χειμώνα.

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Αυγουστιάτικη σύγχυση. [15/8/2013]


δεκαπεντααυγουστιάτικοι πόνοι.
διαίρεσαν την οικογένεια.
διόρθωσαν τα άτομα.
διπλωμάτης ο χρόνος.
εξήγησε τη στάση του
και την τιμωρία του
εναπόθεσε αριστοτεχνικά
στους μόνους του μήνα.

ζήτησα εγώ από σένα,
να θυμώσεις, να φυσήξεις και να βρέξεις.
μπόλικο νερό που θα παρασύρει
σπίτια κι ανθρώπους και κάπου εκεί
στην καταστροφή και τον κατακλυσμό
κολυμπούσα χαμένη και σαστισμένη
έπιασα ένα χέρι τυχαία
δεν ήξερα αν άνηκε σε σώμα
αν δεχόταν εντολές από μυαλό.

το κράτησα σφιχτά πάνω στο στήθος μου
στο μέρος που χτυπούσε δυνατά
η καρδιά.
σταμάτησε ξαφνικά να χτυπά.
δεν αναγνώρισε άλλο.
παρά την υφή και το άρωμα.
το χέρι σου.

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

ΠΕΡΙ ΕΣΟΥ ΚΙ ΕΜΟΥ. ΠΕΡΙ ΗΜΩΝ. [13/08/2013]


Και ξέρω πως ήσουν σα γεννήθηκες.
Τα χρόνια του σχολείου.
Τις τόσες αλλαγές που υπέστη αυτό το πρόσωπο.
Τις άκρες των χεριών σου,
πως άπλωνες από χέρι να πιαστείς.
Σαν ποτέ το χρειαζόσουν.
Ξέρω πως σαν άντρας πια
ερωτεύτηκες την πρώτη γυναίκα.
Μπορεί να ήταν και η μοναδική,
που ερωτεύτηκες ποτέ.
Μπορεί να ήταν απλά η πρώτη μα όχι και η μοναδική.
Σε είδα να με κοιτάζεις σαν ήμουν κι εγώ παιδί.
Κι ύστερα έγινες πατέρας,
και σε είχα γιο κι εραστή.
Ξημέρωσε.
Δεν έκλεισα τα μάτια να κοιμηθώ.
Τα πιο όμορφα όνειρα
είναι αυτά που σα βεβαιότητες
φωλιάζουν στη μήτρα
και συνεχίζουν τον αιώνιο σκοπό
της αναπαραγωγής του είδους μας.

ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ [13/08/2013]


Κατά μιαν έννοια.
Είμαστε αιώνιοι.
Μη με παρεξηγήσετε.
Θέλω να πω.
Κάνουμε το λάθος.
Ν' αγαπάμε.
Κι αγαπάμε.
Δεν έχει πολύ ή λίγο.
Ή αγαπάς ή όχι.
Και είμαστε όμορφοι.
Κάθε φορά που αγαπάμε.
Και μετά.
Δεν υπάρχει ξε-αγάπησα.
Ούτε το σταματώ για λίγο καιρό να αγαπώ.

Ύλη που έτσι αιώνια πορεύεται
στα χρόνια μέσω του έρωτα.
Αυτό είμαστε.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Καθαρό Ροζ. [07/08/2013]


Το καθαρό ροζ.
Είναι η αυτάρκεια μου.
Ξέβαψε.
Και ψάχνω πάλι την κόκκινη μπογιά σου.
Που την έκρυψες;
Αυτά τα μυστικά.
Πάντα τα ήξερα.
Ήξερα το που.
Όμως έπαιρνες το κλειδί μαζί σου.
Εκείνη την τελευταία φορά.
Όχι παλιά-τώρα τελευταία.
Ήμουν καλά.
Στα καλά μου.
Όμορφη ένιωθα.
Λογικά ήμουν κιόλας.
Είχα κλέψει ξέρεις.
Λίγη κόκκινη μπογιά,
από τη φλέβα στο μπράτσο σου.
Την πήρα με σύριγγα.
Ύστερα την κάρφωσα στη μήτρα μου.
Ροζ πάλι.
Χρώμα απ' το αίμα σου.
Φωτιά στα σωθικά σου.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Ευχή. [24/07/2013]


Της στιγμής ο έρωτας να ξεχυνόταν.
Πύρινη λάβα.
Να μας έκαιγε.
Μήπως τελικά τ' αποδεχτούμε.
Ερωτευμένοι πως είμαστε.
Κι αυτό.
Μόνο αυτό.
Μας κάνει δυνατούς.

Να χάσουμε; Δεν έχουμε τίποτα. [24/07/2013]


Οι μέρες της ελευθερίας σας
είναι μετρημένες.
Δε το 'πα εγώ.
Η ιστορία το δίδαξε.
Ξέρω-ξέρω μοιάζει μπανάλ.
Εμείς οι σκλάβοι σας.
Χορτάσαμε σκλαβιά.
Αιώνες τώρα, 'σεις οι ελάχιστοι,
γεύεστε ανθρώπινο αίμα.
Η ψευδαίσθηση ότι σας ανήκουμε,
το κέρδος σας που όλο αυξάνεται,
οι ανισότητες,
πολύ πλούσιοι-εξαθλιωμένοι φτωχοί.
Μια στιγμή μόνο.
Σκεφτείτε.
ΟΛΑ ΑΥΤΑ από μας εξαρτώνται.
Κι ύστερα τι έχουμε εμείς να χάσουμε;
Τα σπίτια μας;
Οι δουλειές μας;
Οι γειτονιές και οι πλατείες μας;
Η τροφή μας;
Τα δικαιώματά μας;
Η λευτεριά μας;

Παν' όλα.

Για αυτό σας λέω αγαπημένα μου
μισητά σιχάματα.
Τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε.
Όλα τα θέλουμε πίσω.

Γράφω γιατί.. [24/07/2013]


Τις καλύτερες μου λέξεις.
Δεν ξέρω σε τι συνθήκες τις έγραψα.
Ούτε για ποιο σκοπό, τις ξεστόμισα.
Ξέρετε εκείνες οι στιγμές
είναι σαν πυρετός στο κρανίο μόνο.
Για λίγα λεπτά χάνεται
η αίσθηση
ο χώρος
και ο χρόνος.
Υπάρχει μόνο η αρρωστημένη ζαλάδα.
Αν έκανε το τσιγάρο τέτοια δουλειά,
δε μ' απασχόλησε ποτέ ιδιαίτερα.
Πιωμένη μόνη μου,
κείνες τις στιγμές λέω τ' ανείπωτα,
γράφω τ' άγραφα,
ξεκλειδώνω τα δικά μου κελιά.
Φορές-φορές,
θα 'θελα να το 'κανα και σε άλλους.
Όμως τούτες οι μικρές απελευθερώσεις..
επίπονες γεννήθηκαν, επίπονες θα 'ναι πάντα.
Γι' αυτό τελευταία μοιράζομαι τις λέξεις, τις σκέψεις, το παρόν.
Γιατί μέσα στον πόνο θα προετοιμάσουμε την επανάσταση.
Τα δάκρυα μας θα κάνουμε φωτιά.
Κι εκείνο το σφίξιμο στο στήθος,
θα το πάρεις με ένα φιλί.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Απορίες μιας χαζοπολιτίκ.. [22/07/2013]


Το σύστημα τρώει τα παιδιά του.
Δεν έχει φίλους το σύστημα.
Έχει γίνει ένα μεγάλο θεριό.
Θεός του είναι μόνο το κέρδος.
Και μόνη του ιδιότητα η εξαθλίωση.
Εξαθλιώνει για να δυναμώνει.
Μέρες σαν τη σημερινή.
Το μίσος μας μεγαλώνει.
Ζεσταίνει το αίμα και τη σάρκα.
Βηματίζει αργά μέσα μας.
Θεριεύει κι αντριεύει.
Μαθαίνουμε ένα ένα τα όπλα μας.
Εξασκούμε τα χέρια και τα πόδια μας.
Οξύνουμε το μυαλό μας.
Το φορτωμένο με γνώση και σκέψη.
Κάποιοι από μας έχουμε ήδη ένα οπλοστάσιο.
Άλλοι λιγότερο αδικημένοι ακόμα.
Ακόμα.
Γιατί έρχεται η ώρα τους.
Το σύστημα δεν αναγνωρίζει,
συγγενείς και φίλους.
Αυτοί οι άλλοι λοιπόν.
Προσπαθούν να μας πείσουν.
Ότι το απολιτίκ είναι πολιτική θέση,
ευρέως εφαρμοσμένη σε κάθε αιώνα,
με καταστρεπτικό αποτέλεσμα,
κι ήθελα να 'ξερα κάθε φορά,
τόσοι απολιτίκ πως ανεβοκατέβασαν τόσους βασιλείς και χούντες;!





Αγγίγματα. [22/07/2013]


































Αγγίγματα.
Για κάποιους, με αξία, σαν φέρουν απόχρωση ερωτική.
Για άλλους, σαν φέρουν συναίσθημα.
Άγγιξα σώματα που δεν ένιωσα ποτέ.
Άγγιξα κι άλλα που ένιωσα την ανημπόρια ή την ανάγκη τους.
Τους φόβους ή τις άμυνες τους.
Την τρυφεράδα ή την ενοχή τους.
Κι ένιωσαν κι εκείνα, από μένα, άλλα συναισθήματα.
Μπορεί και τα ίδια.
Κι έτσι από αγγίγματα πλάστηκε η αγάπη.
Όχι.
Όχι η αγάπη.
Η κόλαση και ο παράδεισος,
από αγγίγματα πλάσθηκαν ομορφιά μου.

Θυμήσου την αγκαλιά της μάνας.
Όχι τόσο το συναίσθημα.
Την υφή, τη σάρκα, τη θερμότητα, το άρωμα.
Θυμήσου τα μπράτσα που τυχαία ακούμπησες σε κείνη την πορεία.
Σου πρόσφεραν μικρά τινάγματα, με μπόλικο ηλεκτρισμό,
κι έσκαγαν εναπομείναντα στον κενό χώρο, σα βεγγαλικά.
Θυμήσου κείνη τη μέρα,
που άγγιξες ένα στήθος.
Τη σάρκα θυμήσου την παραδομένη,
που σου αντιστεκόταν.
Την αγκαλιά του φίλου,
που καλοκαίρι αγκαλιαστήκατε,
ύστερα από πιόμα
κι είπατε "Σ' αγαπάω ρε μαλάκα!".

Τέλος ομορφιά μου άσε με να θυμηθώ,
το χέρι που αμήχανα σου άπλωσα,
σα γνωριστήκαμε για πρώτη φορά
και πάνε θυμάσαι πολλά χαμένα χρόνια.

* για τις 16 τούτου του Μάη

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ [07/07/2013]


Δεν είναι παραπάνω από δευτερόλεπτα.
Ίσως να μην είναι ούτε δευτερόλεπτα.
Κάτι σαν τα όνειρα.
Λάθος.
Το όνειρο.
Υπέφερα από παιδί από όνειρα.
Είμαι δυνατή.
Αλλά δεν ξέρεις γιατί.
Να σου πω.
Με έχω ναρκώσει τόσες φορές.
Με σκληρά ναρκωτικά.
Από κείνα που τ' άλλο πρωί,
ζητούν απολογία.
Ελεύθερη δεν υπήρξα ποτέ.
Κι ίσως ξέρεις.
Να μη γεννήθηκα για τέτοια.
Κι ας διαφωνήσουν οι σύντροφοι.
Κι ας χαίρονται οι οικείοι.
Κι όμως έχω τ' όνειρο.
Τη μνήμη.
Όχι εκείνη την αναλυτική.
Δε θυμάμαι λεπτομέρειες και στιγμές.
Μόνο ένα πρόσωπο.
Χρόνια ανέκφραστο.
Σαν πορτραίτο που έγινε έτσι για να γίνει.
Κάτι μεσημέρια.
Εμφανίζεται μπρος μου.
Προσπαθώ να το εντάξω σε εικόνες.
Μα δε μπαίνει.
Το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Δε μπήκε ποτέ σε καμία εικόνα μου.
Στριμώχνεται κάτι βράδια σ' όνειρα.
Μισό. Χωρίς χαρακτηριστικά.
Μόνο η βεβαιότητα του ονείρου.
Λέει "είναι το πορτραίτο".
Και μόλις η μνήμη σβήσει.
Προσεύχομαι να γίνω καλλιτέχνης.
Και να δώσω συναίσθημα στην άψυχη μπογιά σου.


ΑΤΙΤΛΟ [07/07/2013]


Η ερωτική μνήμη.
Η ερωτική λήθη.
Δεν απέχουν πολύ.
Δεν απέχουν καθόλου.
Βιώνονται με τον ίδιο απόλυτο τρόπο.
Νιώθεις να θυμάσαι.
Σχεδόν βλέπεις, πιάνεις, ζεις.
Νιώθεις ότι δε θυμάσαι.
Σχεδόν περιγράφεις ξένη ζήση.
Ταινίες, φωτογραφίες, λέξεις.
Διόλου δε βοηθάνε.
Εδώ που τα λέμε, πότε βοήθησαν;
Η λήθη είναι χειρότερη απ' τη μνήμη.
Πολλοί διαφωνούν.
Να ξεχνάς ότι ένιωσες;
Να αδυνατείς να το φέρεις έστω και λίγο πίσω;
Να μη θυμάσαι κίνηση, φωνή, σώμα;
Ούτε κλίμα, ατμόσφαιρα, ιδέα.
Τελικά να μη θυμάσαι ούτε εσένα.
Χαμένη, έντεκα χρόνια μετά,
να κουβαλάω μέσα μου το τίποτα.
Μια ζωή άλλου και για λίγες στιγμές-Η ΖΩΗ ΜΟΥ.

Και πως να νιώσουν εκείνοι που μ' αγαπούν,
το "δεν έχω που να σταθώ, τι να πιστέψω, συρρικνώνομαι".

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Το 24ωρο ενός ανθρωπάκου. [29/06/2013]


Ένας όμορφος ανθρωπάκος.
Ξυπνάει κάθε πρωί νωρίς.
Πηγαίνει στη δουλίτσα του.
Γλύφει δυο τρια κωλαράκια.
Πίνει το καφεδάκι του.
Ακούει τη μουσικούλα του.
Εκμεταλλεύεται τους δικούς του.
Κι όσους μπορέσει.
Το παίζει "ιστορία".
Κάνει το κάτι τις του.
Έξω από τη δουλίτσα του.
Και από το σπιτάκι του.
Παίρνει τηλέφωνο το γκομενάκι του.
Ψάχνει να βρει το φιλαράκι του.
Για να του πει τα προβληματάκια του.
Μετά ισχυρίζεται μια δουλίτσα.
Αφήνει το φιλαράκι του.
Πάει στο σπιτάκι του.
Φτιάχνει τον εαυτούλη του.
Και ξανά από την αρχή,
την άλλη μέρα νωρίς το πρωί.

Υ.Γ. Το ανθρωπάκι δε ρισκάρει ποτέ.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Άτιτλο [20/06/2013]


Λίγο πριν δώσω στον ύπνο μια ευκαιρία.
Προσεύχομαι.
Αφήνω το νου να αλητέψει.
Να βγει μια βόλτα στον κόσμο των ονείρων.
Να σε δει.
Και σε βλέπει.
Και ξεκινώ τις προσευχές.
Προσεύχομαι, να γίνεις όνειρο.
Να μου κρατήσεις συντροφιά.
Μέχρι να ξημερώσει πάλι.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

ΘΑ ΘΕΛΑ [06/05/2013]


Απόψε μου μύρισε βροχή.
Το επιβεβαίωσε το τζιτζίκι.
Ξεκοκκάλισα τη ζωή της Billie.
Πέρασαν από το μυαλό μου.
Πάνω από χίλιες φορές.
Στιγμές μιας ζωής που δεν έζησα.
Περπατούσα λέει σ' ένα δρόμο.
Εσύ κατηφόριζες.
Ένα μικρό πλάσμα σε φώναξε μπαμπά.
Συνέχισα το διάβασμα.
Βρέθηκα πάλι στη Βιρτζίνια.
Σε μια τουρνέ της Lady.
Έπινες μπύρα σε ένα μπαρ.
Ο ήλιος έκαιγε.
Θα γυρνούσες σπίτι.
Το απόγευμα είχαμε το ματς.
Γύρισα σελίδα.
Τρεις εβδομάδες στο σανατόριο.
H Holiday...
Ανησύχησα.
Έζησα τον τρόμο της μάνας της.
Στο  Broadway έμεινε για χρόνο ρεκόρ.
Οχτώ βδομάδες.
Πάνε και τόσα χρόνια βέβαια.
Κι είναι σαν τότε.
Φρέσκο-φρέσκο.
Τελείωσε το κεφάλαιο.
Το κέρατο μου!
Θα 'θελά να μπορώ να διαβάζω,
χωρίς να με αποσπώ.

ΘΑ ΘΕΛΑ [13/05/2013]

Θέλω να ανέβω κάπου ψηλά.
Να κοιτώ τη θάλασσα.
Να ζήσω ώρες απέραντης ησυχίας.
Κι έτσι ξαφνικά να σηκωθώ.
Να πω τα ονόματα κείνων που αγαπώ.
Να φωνάξω δυνατά.
Να πονέσει το λαρύγγι μου.
Σαν τότε που κάτι είχαμε να φωνάξουμε.
Όταν πια δε θα μείνει φωνή.
Θα ανάψω ένα από κείνα τ' αγαπημένα μου.
Θ' αγκαλιάσω την καμήλα.
Με τα δυό μου δάχτυλα.
Και θα ρουφήξω δυνατά.
Θα δώσω όρκο σιωπής.
Θα περάσω στην αφωνία.
Επαναλαμβάνοντας σε κάθε τζούρα.
Τα ονόματα κείνων που αγαπώ.
Θα πιω ουϊσκι φτηνό και σκέτο.
Κι αν εμφανιστείς θα μιλήσουμε.
Για το λίγο μας και το πολύ του κόσμου.

ΝΥΧΤΕΣ/ΑΠΟΨΕ [02/01/2013]


Είναι κάτι βραδιές.
Γυμνές και άυπνες.
Αθώες που ζέχνουν κόλαση.
Μάτι που γυαλίζει.
Και στήθος σημαδεμένο.

Είναι κάτι νύχτες.
Μυρίζουν πικρό καφέ.
Βογκούν πονεμένοι γοφοί.
Τελειωμένα μπουκάλια.
Ανύπαρκτα υγρά.

Είναι και το απόψε.
Μάτια ξάγρυπνα από κούραση.
Σώμα κρύο μες στη ζέστη.
Σαγόνια σπασμένα με δόντια γερά.
Ανυπαρξία τόσο υπαρκτή.
Και καφές παραδόξως ζεστός εδώ και ώρες.
Μα πάντα πικρός.

Τις γιορτές.. τα παιδιά... [29/12/2013]


Τις γιορτές τα παιδιά δε χαμογελούν.
Παρά μόνο όταν δουν το δώρο τους.
Πιο γκρινιάρικα είναι ανάμεσα σε παιχνίδια.
Ζητούν διαρκώς.
Κι οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί προ πολλού.
Δακρύζουν οι γονείς.
Τα κλειδώνουν μέσα.
Μόνη χαρά οι στολισμένοι δρόμοι.

Τις γιορτές εγώ δε χαμογελούσα ως παιδί.
Παρά μόνο όταν περπατούσα.
Σε πλατείες γεμάτες κόσμο και ζωή.
Ζητούσα δώρο.
Και κάθε φορά σκεφτόμουν κείνους που δεν είχαν.
Από παιδί φορτωμένη μια ενοχή.
Τέτοια που τώρα την εκτιμάς.
Δάκρυζα κάθε γιορτές.
Κοιτούσα το δέντρο μας.
Έβαζα τους μεγάλους για ύπνο.
Κι έκλαιγα.

Κείνα τα δάκρυα ένα βράδυ πρωτοχρονιάς.
Έσφιξαν το στήθος μου.
Πόνεσα πολύ.
Κι ένιωσα μια πληγή αστείρευτης αγάπης.
Από τότε.
Κάθε χρόνο.
Κλαίω και πιο πολύ.
Θέλω βλέπεις να συναντήσω κείνα τα παιδιά.
Να παίξουμε με τα παιχνίδια που στοιβάζω χρόνια.
Σαν μια χριστουγεννιάτικη φίλη.
Που ως μόνο δώρο θέλει το χαμόγελο τους.

Κι έτσι σήμερα.
Πέρασε η "τρίγωνα γάλατα".
Με ρώτησε γιατί είμαι στενοχωρημένη.
Κι είναι μόνο έξι χρονών.
Κι έχει ένα χαμόγελο που μετά δε θες τίποτα.