Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Άτιτλο [20/06/2013]


Λίγο πριν δώσω στον ύπνο μια ευκαιρία.
Προσεύχομαι.
Αφήνω το νου να αλητέψει.
Να βγει μια βόλτα στον κόσμο των ονείρων.
Να σε δει.
Και σε βλέπει.
Και ξεκινώ τις προσευχές.
Προσεύχομαι, να γίνεις όνειρο.
Να μου κρατήσεις συντροφιά.
Μέχρι να ξημερώσει πάλι.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

ΘΑ ΘΕΛΑ [06/05/2013]


Απόψε μου μύρισε βροχή.
Το επιβεβαίωσε το τζιτζίκι.
Ξεκοκκάλισα τη ζωή της Billie.
Πέρασαν από το μυαλό μου.
Πάνω από χίλιες φορές.
Στιγμές μιας ζωής που δεν έζησα.
Περπατούσα λέει σ' ένα δρόμο.
Εσύ κατηφόριζες.
Ένα μικρό πλάσμα σε φώναξε μπαμπά.
Συνέχισα το διάβασμα.
Βρέθηκα πάλι στη Βιρτζίνια.
Σε μια τουρνέ της Lady.
Έπινες μπύρα σε ένα μπαρ.
Ο ήλιος έκαιγε.
Θα γυρνούσες σπίτι.
Το απόγευμα είχαμε το ματς.
Γύρισα σελίδα.
Τρεις εβδομάδες στο σανατόριο.
H Holiday...
Ανησύχησα.
Έζησα τον τρόμο της μάνας της.
Στο  Broadway έμεινε για χρόνο ρεκόρ.
Οχτώ βδομάδες.
Πάνε και τόσα χρόνια βέβαια.
Κι είναι σαν τότε.
Φρέσκο-φρέσκο.
Τελείωσε το κεφάλαιο.
Το κέρατο μου!
Θα 'θελά να μπορώ να διαβάζω,
χωρίς να με αποσπώ.

ΘΑ ΘΕΛΑ [13/05/2013]

Θέλω να ανέβω κάπου ψηλά.
Να κοιτώ τη θάλασσα.
Να ζήσω ώρες απέραντης ησυχίας.
Κι έτσι ξαφνικά να σηκωθώ.
Να πω τα ονόματα κείνων που αγαπώ.
Να φωνάξω δυνατά.
Να πονέσει το λαρύγγι μου.
Σαν τότε που κάτι είχαμε να φωνάξουμε.
Όταν πια δε θα μείνει φωνή.
Θα ανάψω ένα από κείνα τ' αγαπημένα μου.
Θ' αγκαλιάσω την καμήλα.
Με τα δυό μου δάχτυλα.
Και θα ρουφήξω δυνατά.
Θα δώσω όρκο σιωπής.
Θα περάσω στην αφωνία.
Επαναλαμβάνοντας σε κάθε τζούρα.
Τα ονόματα κείνων που αγαπώ.
Θα πιω ουϊσκι φτηνό και σκέτο.
Κι αν εμφανιστείς θα μιλήσουμε.
Για το λίγο μας και το πολύ του κόσμου.

ΝΥΧΤΕΣ/ΑΠΟΨΕ [02/01/2013]


Είναι κάτι βραδιές.
Γυμνές και άυπνες.
Αθώες που ζέχνουν κόλαση.
Μάτι που γυαλίζει.
Και στήθος σημαδεμένο.

Είναι κάτι νύχτες.
Μυρίζουν πικρό καφέ.
Βογκούν πονεμένοι γοφοί.
Τελειωμένα μπουκάλια.
Ανύπαρκτα υγρά.

Είναι και το απόψε.
Μάτια ξάγρυπνα από κούραση.
Σώμα κρύο μες στη ζέστη.
Σαγόνια σπασμένα με δόντια γερά.
Ανυπαρξία τόσο υπαρκτή.
Και καφές παραδόξως ζεστός εδώ και ώρες.
Μα πάντα πικρός.

Τις γιορτές.. τα παιδιά... [29/12/2013]


Τις γιορτές τα παιδιά δε χαμογελούν.
Παρά μόνο όταν δουν το δώρο τους.
Πιο γκρινιάρικα είναι ανάμεσα σε παιχνίδια.
Ζητούν διαρκώς.
Κι οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί προ πολλού.
Δακρύζουν οι γονείς.
Τα κλειδώνουν μέσα.
Μόνη χαρά οι στολισμένοι δρόμοι.

Τις γιορτές εγώ δε χαμογελούσα ως παιδί.
Παρά μόνο όταν περπατούσα.
Σε πλατείες γεμάτες κόσμο και ζωή.
Ζητούσα δώρο.
Και κάθε φορά σκεφτόμουν κείνους που δεν είχαν.
Από παιδί φορτωμένη μια ενοχή.
Τέτοια που τώρα την εκτιμάς.
Δάκρυζα κάθε γιορτές.
Κοιτούσα το δέντρο μας.
Έβαζα τους μεγάλους για ύπνο.
Κι έκλαιγα.

Κείνα τα δάκρυα ένα βράδυ πρωτοχρονιάς.
Έσφιξαν το στήθος μου.
Πόνεσα πολύ.
Κι ένιωσα μια πληγή αστείρευτης αγάπης.
Από τότε.
Κάθε χρόνο.
Κλαίω και πιο πολύ.
Θέλω βλέπεις να συναντήσω κείνα τα παιδιά.
Να παίξουμε με τα παιχνίδια που στοιβάζω χρόνια.
Σαν μια χριστουγεννιάτικη φίλη.
Που ως μόνο δώρο θέλει το χαμόγελο τους.

Κι έτσι σήμερα.
Πέρασε η "τρίγωνα γάλατα".
Με ρώτησε γιατί είμαι στενοχωρημένη.
Κι είναι μόνο έξι χρονών.
Κι έχει ένα χαμόγελο που μετά δε θες τίποτα.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

12/06/2013


και επειδή δουλεύω ετεροχρονισμένα. θυμάμαι χρόνια πριν που λέγαμε ότι τα σχολεία θα γίνουν πάρκινγκ, τα πανεπιστήμια πολυκαταστήματα και τα κανάλια καλλιστεία. και είμαστε παιδιά και τώρα μεγαλώσαμε καμιά δεκαριά χρόνια και όλα αυτά γίνονται. κι έλεγαν οι γέροντες σιγά μη γίνουν αυτά, έχετε το ίντερνετ. και στην Ταξίμ τους το κλείσανε και τον δορυφόρο τον σταματήσανε. δε μας νοιάζει που 'χαμε δίκιο που δεν είστε ούτε τώρα μαζί μας, μας νοιάζει.

ΣΚΑΣΜΟΣ. [11/06/2013]

Νομίζω. Πιστεύω.
Τι ψεύτικα ρήματα;!
Κρύβουν μέσα τους το ελπίζω.
Και το θέλω.
Φταίω εγώ. Θα πεις.
Είμαι μπερδεμένη.
Δεν ήμουν απόλυτη και δε γίνομαι.
Όλοι οι άνθρωποι.
Εκτός από σένα.
Με έσερναν, πότε από 'δω και πότε από 'κει.
Με επηρέαζαν βαθιά.
Κι ύστερα ό,τι κι αν μου πήγαινε όμορφα.
Τους το χρώσταγα.
Είναι καριόληδες.
Δε το 'παν ποτέ στα ίσα και στα άσχετα.
Το κράτησαν για όταν έπρεπε.
Και τελευταία ζητάνε πίσω.
Τα πάντα.
Κι ήταν άραγε τόσες οι φορές που ζήτησα;
Όχι δα.
Κι ύστερα λέω.
Πόσα μου πήρανε οι καριόληδες;
Με κείνο το προσωπείο του "εγώ για σένα".
Κι όταν "εσύ για αυτούς".
Σε πήδαγαν και πάλι.
Κομμένα αυτά.
Όπως όλοι θέλετε κάτι.
Τώρα θα 'θελα κι εγώ.
Να σκάσετε.


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

ΟΤΑΝ ΤΡΩΓΑΜΕ ΦΑΚΕΣ [10/06/2013]


Μόνο κοιτάζοντας φωτογραφίες.
Νιώθω ότι δε σε γνώρισα ποτέ.
Και πίστεψε με γνώρισα πολλούς ανθρώπους.
Ακόμα κι εκείνους που ξέρω λίγο.
Είναι πιο πολύ από σένα.
Κι είναι έτσι οι συνθήκες.
Που θέλω κάτι περισσότερο.
Είναι θέμα χρόνου.
Νιώθω να μου τελειώνει.
Έχεις νιώσει κι εσύ έτσι. Μάλλον.
Εκείνοι που γνώρισα. Το 'νιωσαν.
Κι ίσως κάποιοι να το νιώθουμε ακόμα.
Όταν στερεύει ο αέρας μας.
Όταν πνίγονται τα δάκρυα στο φάρυγγα.
Όταν απαιτούμε οι ποιητές μας,
να γράφουν λέξεις πιο έντονες.
Όταν πίνουμε τόσο λίγο.
Το σώμα μουδιάζει τόσο πολύ.
Όταν το "σ' αγαπώ",
έγινε "φακές".
Και οι "φακές", "σ' αγαπώ".
Ένα ξέρω.
Σου μοιαζαν πάντα ευτυχισμένοι, οι μικροί.
Κείνοι οι τιποτένιοι που θέλησες να αλλάξεις.
Μην αυταπατάσαι αγάπη μου.
Μόνο ως δυο και χίλιοι.
Μόνο έτσι θα πετάξουμε τα δεσμά τους.
Όταν τρως φακές βάζε στοίχημα να μην τους μοιάσεις.

ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ. [10/06/2013]


















Και ξαφνικά.
Και φανταστικά.
Δεν ερωτεύονται άλλο.
Παρά μονότερμα ενθουσιάζονται.
Με την πάρτη τους.
Δεν έχουν πια μεγάλα συναισθήματα.
Μηδέ για τους εαυτούς τους τους ίδιους.
Δε διεκδικούν, σεβόμενοι τη φυσιολογικότητα.
Δε ζηλεύουν, σεβόμενοι την ελευθερία.
Δε ματώνουν, σεβόμενοι την ανεξαρτησία.
Δε σκούζουνε και δεν οδύρονται, σεβόμενοι και υπερασπιζόμενοι την αυτάρκεια τους.
Και περνάνε τα χρόνια.
Και ξαφνικά.
Και φανταστικά.
Είναι μόνοι σε ένα άδειο δωμάτιο.
Με πολλούς καθρέφτες.
Δε θα κρυφτούν ποτέ.
Από τον "ελάχιστο εαυτό" τους.
Που λέει και ο ποιητής.
Κι ίσως κάποια μέρα μέσα στους αιώνες.
Να ξεχάσουν τον έρωτα.
Να λυπηθούν το εγώ τους.
Και να νομίσουν ότι το "ερωτεύτηκαν".
Αντικαθιστώντας τον έρωτα με λύπη.

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ. [04/06/2013]


Όταν το αίμα τρέχει καυτό.
Χρειάζομαι μια ανάμνηση.
Είναι κι ο πόνος αβάσταχτος πια.
Όχι επειδή είναι δυνατός.
Μα επειδή είναι χρόνιος.
Στην αρχή σκέφτομαι τις τρύπες.
Σαν κρατήρες ηφαιστείων.
Ξερνάνε κόκκινη καυτή λάβα.
Όσο αυτό το κόκκινο παλτό μακραίνει.
Ψάχνω να χαθώ κάπου αλλού.
Δεν ξέρω αν τελικά,
είναι ανάμνηση ή φαντασίωση.
Θυμάμαι τα χθεσινά όνειρα.
Τα ανασύρω από τη μνήμη.
Και με την πρώτη τους εμφάνιση.
Αντί για αίμα, μυρίζω εσένα.
Δε μυρίζει ωραία το αίμα.
Εσύ όμως. Μυρίζει εσύ.
Κι είναι αρκετό.
Μαστουρώνει ο εγκέφαλος.
Αρχίζει να λειτουργεί υπερβολικά αισιόδοξα.
Μόλις περάσει η επήρεια.
Χώνομαι στα σκεπάσματα.
Το αίμα με τιμωρεί.
Θυμίζει τη φύση.
Τη φύση μου.
Χάρη μου κάνει πάλι.
Σε σένα με ξαναφέρνει.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Περί μετεφηβικής κατάθλιψης. [26/01/2013]


Λοιπόν για να γελάσουμε λίγο.
Η εφηβεία είναι ασθένεια.
Επισκέπτεται ο ιός τους πάντες.
Σε άλλους τ' αντιβιωτικά λειτουργούν.
Σε άλλους όχι.
Φυσικά ανήκω στη μερίδα του όχι.
Και φυσικά την αρρώστια μου.
Την αγαπώ.
Με τα καλά και τα κακά της.
Την φροντίζω.
Την τρέφω.
Τα τελευταία χρόνια.
Τα πάμε πολύ καλά.
Πίνουμε στην υγειά της.
Ακούμε τις μουσικές της.
Φοράμε τα ρούχα της.
Γδυνόμαστε. Λάθος. Ξεβρακωνόμαστε.
Για τα μάτια της μόνο.
Την αγκαλιάζουμε τις νύχτες.
Της κάνουμε όσα χάδια μας σπείρει,
στη νεανικά νοσηρή φαντασία μας.
Πηδιόμαστε με τους νόμους της κίνησης και της λέξης της.

Παρόλα αυτά.
Ακόμα κι αν η σχέση μοιάζει σκληρή.
Με βασικές αρχές φασισμού και μαζοχισμού.
Η εφηβεία ως ασθένεια.
Προσφέρει στους αρρώστους της ένα μοναδικό δώρο.
Μας υπενθυμίζει την πρώτη μας κοπάνα.
Και μοιάζει διάβολε τόσο πολύ με την πρώτη μας απεργία.
Κι ακούω ήδη τα συνθήματα..

Ο κυρίαρχος. [16/01/2013]


Θυμωμένος ουρανός απόψε.
Ξύπνησα μέσα σε μπουμπουνητά κι αστραπές.
Προ στιγμήν.
Νόμισα.
Ένιωσα τα χέρια σου.
Με καθησύχασαν.
Αφέθηκα πάλι σε βαθύ ύπνο.
Όχι πολύ μετά.
Μια αστραπή.
Έκοψε στα δύο το μακάριο εφιάλτη μου.
Τσίμπησα το πόδι μου.
Ξύπνησα για τα καλά.
Σηκώθηκα.
Άνοιξα το ραδιόφωνο.
Ήπια μια γουλιά δηλητηριασμένου περσινού καφέ.
Άναψα ένα τρεμάμενο φως.
Θυμήθηκα το Ρεμπώ.
Τον ξεφύλλισα.
Υπέθεσα ότι θα με αποσπούσα.
Μαλακίες.
Το έχω διαβάσει. Τι άλλο να πιάσω;
Κάφκα ή Κροπότκιν.
Αποφάσισα να ενδώσω στην κούραση.
Έσβησα το φως.
Ξάπλωσα.
Ξύπνια πάλευα να βρω το Μορφέα.
Κι αν’ αυτού.
Να ‘σαι πάλι.
Χαμογελάς απ’ τον τοίχο.
Βγαίνεις και μ’ αγγίζεις.
Με ύπνο ή χωρίς.
Γίνομαι η γη της κυριαρχίας σου.

Δελτίο Καιρού. [16/01/2013]

Τα βράδια που βρέχει και φυσά.
Παίρνω την εκδίκηση μου.
Θυμάσαι.
Και τότε έβρεχε και φυσούσε.
Πλατσούριζαν τα πόδια μου.
Σε δρόμους που δεν περπάτησα από τότε.
Άκουγες τον αγέρα να μανιάζει.
Σαν τέρας. Γένους θηλυκού.
Κι όσο εκείνος λύσσαγε.
Λύσσαγες κι εσύ.
Περίμενε να ‘ρθω και να σε βγάλω στο φως.
Είτε με βοριά, είτε με νοτιά.
Από τότε.
Κάθε φορά σε αυτό τον καιρό.
Σε εκδικούμαι.
Για ό,τι δεν έκανες.
Σα τον δειλό άνεμο που τίποτα δε χαλά.
Κι εγώ. Η βροχή.
Στην αρχή απαλή κι ευχάριστη.
Σου δίνω αφορμές.
Κι ύστερα τοξική και κολλώδης.
Κάθε που βρέχει.

Κολλάς.

Κυνήγι. [15/03/2013]

Μπορεί τελικά.
Να ΄μαι μαι τρέλα.
Να ΄σαι ένα όνειρο.
Να ΄μαστε δυό κυνηγοί.
Δίχως θήραμα και στόχο.
Δύο θνητοί.
Καταδικασμένοι σε φόβους.
Που γυρεύουν την αθανασία.
Η κόλαση μας όμως.
Γλυκαίνει το αίμα μας.
Και ξέρουμε καλά.

Την ηδονή με την οποία θα το χαρίζαμε ο ένας στον άλλον.

Δυνατά Φύσα. [13/01/2013]


Δεν ακούω τη φωνή μου.
Νιώθω πόνο.
Το λαρύγγι μου.
Στεγνώνει και πονά.
Πίνω καφέ.
Και μιλάω δυνατά.
Δεν ξέρω να ψιθυρίζω.
Να παραδέχομαι.
Κάνω ένα τσιγάρο.
Δε σου το δίνω.
Πως να καπνίσει ο αέρας;
Σου μιλάω δυνατά.

ΑΝ. [16/01/2013]


Αν μ’ αγαπούσες κι εσύ.
Θα τρόμαζα.
Θα μ’ έδερναν χιλιάδες φόβοι.
Όμως θα χαιρόμουν.
Μια χαρά εγκλωβισμένη στο εγώ.
Σίγουρα θα έβρισκα κάπου να κρυφτώ.
Τυφώνας.
Καταιγίδα.
Συχνά πιστεύω ότι ένα χέρι ξύλο θα με επανέφερε.

Δεύτερος στίχος: Μωρό μου. [08/01/2013]



Τούτες τις μέρες.
Μωρό μου.
Αστέρια αναπάντεχα.
Χτυπούν το χώμα μου.
Ανοίγουν μεγάλες τρύπες.
Σχήμα κύκλου.
Πλανήτη.
Αγκαλιάς.
Κόκκινο.
Γεμάτο αίμα και βρώμα πόνου.
Και σε σκέφτομαι.
Να υπόσχεσαι.
Κι ύστερα.
Κοιτώντας πάλι.
Όχι μ' απελπισία.
Με κατανόηση.
Έρχονται άλλοι.
Νησιά. Λιμάνια. Θάλασσες.
Έμαθα όλα εκείνα,
που υποσχέθηκες.
Από αυτούς.
Δε σου χρωστάω.
Τους χρωστάμε.
Πιές!

η Λύση. [06/01/2013]


Αν σήμερα φανερώνεται κάτι.
Το μεγαλοπρεπές χάος μου.
Μια αχαλίνωτη τάση για το "όλα".
Ένα μυστήριο χρονικό άγχος.
Μια σειρά από πελώρια θέλω.
Κι άλλη μια κουτσή.
Ορφανή.
Εγώ.
Τακτοποιώντας το χάος μου.
Κάνοντας χάος την τάξη μου.
Χιλιάδες ψυχωτικές ασχολίες.
Ένα ξημέρωμα που τρέχει να με πιάσει.
Μόλις με πιάσει.
Θα παραδωθώ σε ξεκούραστο ύπνο.
Τα όνειρα μου δε θα 'χουν αξία - πια.
Θα 'ναι πρωί και ύστερα μεσημέρι.
Δε θα 'χουν σημασία οι τσακωμοί.
Τα θέλω με τα πρέπει ας βγάλουν τα μάτια τους.
Θα παραδώσω το σώμα μου.
Και να πάνε να γαμηθούνε όλα.
Κι όσο κι αν πίνει από τη φλέβα μου ζωή.
Στερεύει.
Κι εκεί θα 'ναι η μοναχική,
ξεκούραστη παράδοση μου.
Στο θάνατο.

Α3. [04/01/2013]


Ώρες ώρες.
Σκέφτομαι,
Πόσο γυμνό είναι το τίποτα
μπροστά μας.

Φέρνω στη μνήμη μου,
όχι συχνά.
Τα γερασμένα σου μάτια,
τις ιστορίες που δε θα μου πεις.
Τα χείλη σου.
Άλλοτε κρατούν ένα τσιγάρο.
Άλλοτε όχι.

Κοιτάζω.
Σχεδόν με δέος τον ψηλό, λευκό λαιμό σου.
Θέλω να του σκίσω ένα κομμάτι,
ή να τον φιλώ σαν προσκυνητής.
Κι ύστερα.
Να καταλαγιάζω.
Στο στέρνο σου.
Σαν τρελή καταιγίδα που ηρεμεί,
για λίγο.
Ίσα που να ξυπνήσει πάλι.
Και να θεριέψει.

Κάπου.
Σπάνια.
Ακούω τη φωνή σου.
Ριγιάζει.
Το σώμα μου.
Πήζει το στήθος μου,
από λαχτάρα και χαρά.

Σ' ονειρεύομαι-ξύπνια πια.
Να πλησιάζεις.
Να με αποκλείσεις από τον κόσμο.
Να με σφραγίζεις.
Για πάντα μέσα στην καρδιά σου,
μέσω των χεριών σου.

Τις νύχτες
παίρνω το σχήμα του κορμιού σου.
Φαντάζομαι.
Με μάτια κλειστά.
Την άρνηση μου να τα κλείσω
σαν...
ποτέ...
να ΄σαι εκεί κοντά μου.

Αργότερα έρχεται ο ύπνος.
Σε αποκλείει και με παίρνει.
Ζω για τη στιγμή που θα τον νικήσεις.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

ερωτήσεις; [03/01/2013]


σε μια τρομακτική αδυναμία,
πως απαντάς;
εσύ που χρόνια πολλά,
πίστευες στο καλό και τ' αγαθό.
σε μια οριστική κατάλυση,
πως αντιδράς;
εσύ που τα δεσμά σου,
ελευθέρωνες.
στη δική μου ανύπαρκτη ύπαρξη,
τι λες;
εσύ που υπήρχε πάντα μέσω της ανυπαρξίας σου
και μου ρήμαζες το είναι.

Τέσσερις φάσεις. [03/01/2013]


Ήμουν γυμνή.
Όταν σε γνώρισα.
Ντυμένη.
Όταν το παραδέχτηκες.
Ημίγυμνη.
Όταν σε φρόντισα.
Και βαριά ντυμένη.
Όταν δείλιασες να πεις πως μ' ερωτεύτηκες.

Αναδρομή. [01/01/2013]


Είκοσι πέντε πρωτοχρονιές.
Πρωτοχρονιές.
Πίνεις από νωρίς.
Ξεχνάς το χρόνο που φεύγει.
Πίνεις κατά τη διάρκεια.
Υποδέχεσαι εκείνον που έρχεται.
Πίστη σε κείνους που σε περιτριγυρίζουν.
Αυτό είναι το νόημα, μάλλον.
Κουτάλια, πιρούνια και πιάτα.
Πηγαινοέρχονται.
Τσουγκράνε τα ποτήρια.
Τσουγκράνε και οι άνθρωποι.
Πρωτοχρονιές και πρωτοχρονιές.
Δε θυμάμαι μια που να ήμουν εκεί.
Όλο λείπω.
Πάντως το κρασί ήταν καλό φέτος.
Μα υπάρχουν ακόμα τέτοιοι μισθοί;
Η Ζωή μας έχει δυο παιδάκια.
Μαμά, μαμά μου βάζεις λίγο κρέας;
Πείτε κι ένα τραγούδι του Στελάρα.
5, 4, 3, 2, 1...
Πάει ο παλιός ο χρόνος.
Επέστρεψα.
Φωτογραφίες. Χαμόγελα. Χα χα χα.
Ευτυχώς πρόλαβα.
Λίγα δευτερόλεπτα μιας τόσο μεγάλης χρονιάς.
Μια αναδρομή βίαιη μα όπως πρέπει.
Ας γιορτάσουμε παιδιά.
Λείπεις.
Όλο λείπεις.

Α2. [29/12/2012]


Υπήρξε μέσα του.
Ένα αντρίκιο στέρνο.
Μια αίσθηση παληκαριάς και θάρρους.
Μια ιδέα ανδρείας και δύναμης.

Όσο ήμουν πιτσιρίκα ήταν πατέρας μου.
Όταν έψαχνα είδωλα έγινε δάσκαλος μου.
Στην εφηβεία τον ερωτεύτηκα παράφορα.
Με τα χρόνια ή τον δένω ή τον χάνω.
Δεν υπάρχει δεδομένη κατάσταση.

Είναι ο ιδανικός εραστής.
Ο καλύτερος αδερφός και φίλος.
Ο μοναδικός σύντροφος.
Ο φανταστικός γνωστός-άγνωστος.

Τα χριστούγεννα τον περίμενα ως Αϊ-Βασίλη.
Την άνοιξη σαν πρωτομαγιάτικο δώρο, ή γενέθλιο.
Το καλοκαίρι ήταν μια λυτρωτική σταγόνα δροσιάς.
Και το χειμώνα.
Το χειμώνα ήταν μια μαγευτική θέρμη στο σώμα.

Υπήρξαμε μαζί και χώρια.
Αιώνια δεμένοι και άγνωστοι.
Δε θα του μαρτυρήσω ποτέ και τίποτα.
Μα πάντα ξέρω.
Θα είμαι ένα ερωτηματικό.
Κι έχω καλέ μου, τόσες απαντήσεις για σένα.