Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Συνάντηση ανόητης με Αγαμέμνωνα [19/08/2013]


Τα αρχαία καλοκαιρινά θέατρα.
Σαν ακούγονται τα λόγια του φύλακα.
Στο παλάτι του Αγαμέμνονα.
Σε κάνουν να νιώθεις πόσο γέρασες.
Και την ίδια ώρα.
Η γνώση του κύκλου της εκδίκησης.
Σε κάνει να ξανανιώνεις.
Όχι γιατί προσωπικά,
έχεις κάποιο έργο να επιτελέσεις.
Αλλά ξέρεις, κοιτώντας την Κλυταιμνήστρα,
γυναίκα κι εσύ σαν εκείνη,
με αίμα δε φοβάσαι να βάψεις τα χέρια σου.
Κι είναι στη μέση και η κάθε
αδικοχαμένη Ιφιγένεια.
Για κείνη σκοτώνεις άντρα που ερωτεύτηκες
και πίσω σου γύρισε τον έρωτα
σαν αφαίρεσε το γόνο σας.
Κι είναι ιδιαίτερο πράγμα,
η αφαίρεση, η απώλεια.
Χάνεσαι για λίγα δευτερόλεπτα
κατά την περιγραφή του χαμού του στόλου
κι αφήνεις το βλέμμα σου να πλανηθεί.
Πρόσωπα μισοφωτισμένα κι αφοσιωμένα.
Και ξαφνικά αναφορά στους γιους του Ατρέα,
γίνεται το πρόσωπο σου
όμοιο με των γέρων του χορού
που συγκλονισμένοι ακούν.
Ακούς κι εσύ.
Ο μισός λογισμός σου στη νίκη του βασιλιά
κι ο άλλος μισός στο θάνατο
που απ' τη μια θα βρει τον Αγαμέμνονα
κι απ' την άλλη το έρημο σώμα σου κι απόψε.
Τουλάχιστον η κουβέντα σας πήγε καλά.


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

άτιτλο. [16/08/2013]


Γεννήθηκα για να αγαπήσω.
Δεν αποτελεί χρυσό κανόνα.
Συχνά θέλω να ξαναγεννηθώ.
Για να μισήσω.
Παράφορα.
Όχι πολλούς.
Έναν-δυο.
Απλά μαθηματικά.
Μισή στραβή.
Σε μίσησα.
Κι ύστερα ν' αγαπώ πάλι.
Με πιότερο θάρρος και πάθος.

Στην πλατεία. Μαζί. Ακούς μελτέμι; [15/08/2013]

Τον Αύγουστο το μόνο πράγμα που μπορεί να σε κάνει να τον νιώσεις είναι η παρακμιακή μουσική που φεύγει από γκλαμουράτο κατέστημα κεντρικότατης πλατείας. Αν η μουσική δεν τα καταφέρει αναλαμβάνει ο νυσταγμένος πλην ευγενέστατος σερβιτόρος, κι αν δε σου κάνει ούτε κι αυτός μένουν τα δέντρα που χτυπιούνται ακατάπαυστα στους ρυθμούς του μελτεμιού. Και η πόλη είναι άδεια κι εσύ για έναν ακόμα Δεκαπενταύγουστο έχεις την ευκαιρία να ψιθυρίσεις στο μελτέμι που θα 'θελες να σαι του χρόνου. Παίρνεις το χρόνο σου να σκεφτείς αποφεύγοντας και πάλι να σηκώσεις το τηλέφωνο και να αρχίσεις να εύχεσαι σε Μαρίες και Παναγιώτες. Η μεγάλη κανάτα με τα παγάκια και το νερό σου δίνουν όσο χρόνο χρειάζεσαι για να σκεφτείς και να ψιθυρίσεις στο μελτέμι. Μικρό διάλειμμα για τσιγάρο, εξάλλου κόπασε το αεράκι τώρα, έρχεται πάλι και σε τιμωρεί βγάζοντας σου τον καπνό από το χαρτάκι. Σε σκουντάει λέγοντας σου "μην ξεχνιέσαι, που θες να 'σαι του χρόνου τέτοια μέρα;". Φυσικά δεν πρόκειται για ευχή γενεθλίων λίγο πριν σβήσεις το κεράκι, ούτε για πρωτοχρονιάτικη. Είναι μια ακόμα εμμονή σου, μόνος τη σκέφτηκες, μόνος σου τη φόρτωσες. Πως να ξεκινήσεις να το σκέφτεσαι; Όπως τα έκανες όλα πάντα. Από τον περιβάλλοντα χώρο. Έτσι κι αλλιώς θα το ψελλίσεις στο μελτέμι. Η βαβούρα του σου γεμίζει το ηχητικό πεδίο μέχρι τη στιγμή που ένα τσίγκινο κουτάκι μπύρας παρεμβάλλεται και μεγαλώνει την ορχήστρα. Τα περιστέρια-οι μόνοι τραγουδιστές-κι εσύ ήδη ένα χρόνο σε αυτή την πλατεία, τέσσερις εποχές. Θυμάσαι πως είχες από παιδί αδυναμία στις πλατείες. Τραπεζάκια έξω λοιπόν. Για πάντα έξω! Ποιος τόλμησε ποτέ να σε πει σπιτόγατα; Απλά το έξω σου γίνεται σπίτι και το σπίτι σου πλατεία. Πάλι ξεχνιέσαι όμως. Το μελτέμι!!! Του χρόνου τέτοια εποχή εύχομαι να 'χει γίνει η επανάσταση, μια γενική λαϊκή εξέγερση και να 'μαι σε μια πλατεία, ακόμα και στην ίδια πλατεία, μ' αρέσει εδώ. Όμως το μόνο που δε μας άρεσε ποτέ κι ας έγινε φύση μας δεύτερη, μη σου πω και πρώτη, είναι η μοναξιά. Βρε χαμένε μου αδερφέ, φίλε κι εραστή εμείς γεννηθήκαμε στις πλατείες, παίξαμε κι ερωτευτήκαμε σε αυτές. Και μετά χαθήκαμε και είτε συνεχίσαμε μόνοι, είτε βρήκαμε άλλους και κρύψαμε τη μοναξιά μας σε τέσσερα ντουβάρια. Εμείς, οι δυό ή οι τέσσερις, στην πλατεία γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, φλερτάραμε, ερωτευτήκαμε, γίναμε γονείς και θα πεθάνουμε αντάμα. Στην πλατεία. Μαζί. Ακούς μελτέμι;



Αργά-αμφίδρομα-διαρκώς. [15/08/2013]

Όλα αυτά τα βράδια.
Που θέλεις να ξεχνάς.
Σε συγχωρώ.
Όχι δεν υπήρξα ποτέ καλή.
Ανυπόφορα κακιά ήμουν πάντα.
Η κόλαση και το βασανιστήριο.
Αμφίδρομο-αργό-διαρκές.
Έτσι είναι και η συγχώρεση μεταξύ μας.
Αμφίδρομη-αργή-διαρκής.

Τα κορίτσια του μελτεμιού [14/08/2013]

Δεκαπέντε αυγούστου.
Καφέ πλατείας.
Γεμάτο όσο χρειάζεται.
Πανέμορφες μικρές κυρίες.
Τρίτης ηλικίας.
Σαν πρώτης.
Πανέμορφα γεμάτα λουλούδια υφάσματα.
Ντύνουν τα σώματα τους.
Καφές ελληνικός ή δροσερή λεμονίτα.
Λίγο παραπέρα.
Μια γνωστή τους-μπορεί και πρώην φιλενάδα.
Ελενίτσα η μια.
Άκυρος ο ελληνικός.
Καπουτσίνο τελικά.
Πάνω στο τραπέζι ένα γλαστράκι βασιλικός.
Μοσχομύρισε ο τόπος.
Θα πουν τα νέα τους.
Θα μιλήσουν για τα παιδικά βασανιστήρια του ζαχάρου και της πίεσης.
Θα απολαύσουν το μελτέμι.
Όπως κι εγώ.
Κι ας είμαι μόνη στο τραπέζι.
Το μελτέμι θα μας κάνει μια συντροφιά.
Θα πούμε για τ' αγόρια, που μας τα πήραν όλα.
Κι ύστερα θα ονειρευτούμε φορέματα κι αρώματα.

Υ.Γ. Ωραίο θα ταν να χαμε και τη Βασούλα στην παρέα μας.

Καλοκαιρινοί χειμώνες [15/08/2013]

Στις άδειες πλατείες του Αυγούστου, οι άνθρωποι συλλογίζονται το χειμώνα.
Ούτε διακοπές, ούτε θαύματα.
Σταματούν και χαζεύοντας το τίποτα προετοιμάζονται για το χειμώνα.
Θα 'ναι βαρύς, θα 'ναι ατέλειωτος, δε το ξέρουν.
Κάνουν εικασίες.
Για το ψωμί και το νερό τους.
Τη δουλειά και την αγάπη τους.
Η ζέστη τους τρομοκρατεί.
Κάνει τα συναισθήματα πιο βαριά, ασήκωτα, αφόρητα.
Όχι τα τωρινά συναισθήματα.
Αλλά εκείνα του χειμώνα.
Διχάζει την παγκόσμια στιγμή τους,
στη ζέστη του και τη σκόνη του Αυγούστου
με το κρύο και την υγρασία του Χειμώνα.

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Αυγουστιάτικη σύγχυση. [15/8/2013]


δεκαπεντααυγουστιάτικοι πόνοι.
διαίρεσαν την οικογένεια.
διόρθωσαν τα άτομα.
διπλωμάτης ο χρόνος.
εξήγησε τη στάση του
και την τιμωρία του
εναπόθεσε αριστοτεχνικά
στους μόνους του μήνα.

ζήτησα εγώ από σένα,
να θυμώσεις, να φυσήξεις και να βρέξεις.
μπόλικο νερό που θα παρασύρει
σπίτια κι ανθρώπους και κάπου εκεί
στην καταστροφή και τον κατακλυσμό
κολυμπούσα χαμένη και σαστισμένη
έπιασα ένα χέρι τυχαία
δεν ήξερα αν άνηκε σε σώμα
αν δεχόταν εντολές από μυαλό.

το κράτησα σφιχτά πάνω στο στήθος μου
στο μέρος που χτυπούσε δυνατά
η καρδιά.
σταμάτησε ξαφνικά να χτυπά.
δεν αναγνώρισε άλλο.
παρά την υφή και το άρωμα.
το χέρι σου.

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

ΠΕΡΙ ΕΣΟΥ ΚΙ ΕΜΟΥ. ΠΕΡΙ ΗΜΩΝ. [13/08/2013]


Και ξέρω πως ήσουν σα γεννήθηκες.
Τα χρόνια του σχολείου.
Τις τόσες αλλαγές που υπέστη αυτό το πρόσωπο.
Τις άκρες των χεριών σου,
πως άπλωνες από χέρι να πιαστείς.
Σαν ποτέ το χρειαζόσουν.
Ξέρω πως σαν άντρας πια
ερωτεύτηκες την πρώτη γυναίκα.
Μπορεί να ήταν και η μοναδική,
που ερωτεύτηκες ποτέ.
Μπορεί να ήταν απλά η πρώτη μα όχι και η μοναδική.
Σε είδα να με κοιτάζεις σαν ήμουν κι εγώ παιδί.
Κι ύστερα έγινες πατέρας,
και σε είχα γιο κι εραστή.
Ξημέρωσε.
Δεν έκλεισα τα μάτια να κοιμηθώ.
Τα πιο όμορφα όνειρα
είναι αυτά που σα βεβαιότητες
φωλιάζουν στη μήτρα
και συνεχίζουν τον αιώνιο σκοπό
της αναπαραγωγής του είδους μας.

ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ [13/08/2013]


Κατά μιαν έννοια.
Είμαστε αιώνιοι.
Μη με παρεξηγήσετε.
Θέλω να πω.
Κάνουμε το λάθος.
Ν' αγαπάμε.
Κι αγαπάμε.
Δεν έχει πολύ ή λίγο.
Ή αγαπάς ή όχι.
Και είμαστε όμορφοι.
Κάθε φορά που αγαπάμε.
Και μετά.
Δεν υπάρχει ξε-αγάπησα.
Ούτε το σταματώ για λίγο καιρό να αγαπώ.

Ύλη που έτσι αιώνια πορεύεται
στα χρόνια μέσω του έρωτα.
Αυτό είμαστε.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Καθαρό Ροζ. [07/08/2013]


Το καθαρό ροζ.
Είναι η αυτάρκεια μου.
Ξέβαψε.
Και ψάχνω πάλι την κόκκινη μπογιά σου.
Που την έκρυψες;
Αυτά τα μυστικά.
Πάντα τα ήξερα.
Ήξερα το που.
Όμως έπαιρνες το κλειδί μαζί σου.
Εκείνη την τελευταία φορά.
Όχι παλιά-τώρα τελευταία.
Ήμουν καλά.
Στα καλά μου.
Όμορφη ένιωθα.
Λογικά ήμουν κιόλας.
Είχα κλέψει ξέρεις.
Λίγη κόκκινη μπογιά,
από τη φλέβα στο μπράτσο σου.
Την πήρα με σύριγγα.
Ύστερα την κάρφωσα στη μήτρα μου.
Ροζ πάλι.
Χρώμα απ' το αίμα σου.
Φωτιά στα σωθικά σου.