Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Συνειδητοποίηση [23/09/2013]

σε θέλω.
σε θέλησα πριν γεννηθώ.
προκειμένου να τα καταφέρω
να δω το φως της μέρας.
σε ήθελα τότε που ήμουν ποντίκι.
σε ήθελα και τότε που ήμουν περήφανο πουλί.
θα σε θέλω όταν γεννηθώ στην αφρική.
θα σε θέλω σε όποιο θεό ή θεά προσεύχομαι.
θα σε θέλω σε κάθε γαλαξία και κλίμα.
σε θέλω.
τώρα άλλαξε το "σε" με "με",
τις καταλήξεις των ρημάτων.
συνειδητοποίησε.

Ημιδιάφανα [23/09/2013]


Σαν να περνάνε οι ζωές.
Η μια μέσα στην άλλη.
Ημιδιάφανα υφάσματα.
Μπλέκονται στην τελευταία μανία του ανέμου.
Απλωμένα στο τεντωμένο σκοινί.
Στη συνοδεία των αιώνων.
Ημιδιάφανα, λεπτεπίλεπτα, σχεδόν άυλα.
Τα χρόνια που ονειρεύτηκα κι έζησα χώρια σου.
Κι αλίμονο αν έρθουν κι άλλα.
Ποιο πειθήνιο και ταπεινό αεράκι.
Θα τα μπλέξει, θα τα υφάνει.
Θα με πείσει να τα πω ζωή.
Ημιδιάφανες οι στιγμές.
Συναντήσεις, μονοιάσματα.
Ανεξάρτητα και συνδεδεμένα.
Σε νου χαζό, παραμυθένιο
ή πεζό κι απόλυτο.
Σώματα και βλέμματα
που εισχωρούν το ένα στο άλλο
και παύουν να 'ναι διάφανα.
Ημιδιάφανα αγγίγματα κι έρωτας.


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

μουδιασμένο [19/09/2013]


μη θαρρείς πως σε ξέχασα.
μοναχά μερικές φορές.
δεν ξέρω τι εποχή είναι.
ίσως να φταίει και το κλίμα.
μουδιάζω.
το σώμα μου δε νιώθει.
δε λαμβάνει ερεθίσματα ο νους.
νιώθω τα κοκκαλά μου βαριά.
τους μύες μου σε τρελό χορό.
και τις φλέβες μου με δυσκολία
           να κυκλοφορούν το λιγοστό μου αίμα.
θα μπορούσε να μοιάζει με μεταμόρφωση.
μα είναι αργός θάνατος.
ναι, ίσως ν' ακολουθεί μια νέα ζωή.
ακόμα κι αν δεν όμως,
           μου φτάνει που σ' αυτήν σ' αγάπησα.

πάλι & πάντα [19/09/2013]


Στους μικρούς καθημερινούς μου πόνους.
Συνοψίζεται η μαζική απώλεια.
Μια παρακμή γεμάτη σήψη.
Μια λύσσα που η φωνή δε τη χωρά,
                          κι έτσι την φιλοξενεί η σιωπή.
Στα μάτια μου όταν τα ανοίγω.
Υπάρχει μόνο ένας διαρκής τρόμος.
Κι ένας ανεξήγητος προσωπικός θυμός.
Απόγνωση με καμιά φορά δόσεις ελπίδας.
Ότι το όλο θέμα είναι η μοναξιά.
Η χαμένη ονειρική οικογένεια.
Άσχημη όπως όλες οι αγαπημένες.
Όμως ποια μοναξιά;
Η δική μου, η δική σου, η δική τους.
Γιατί χωριζόμαστε οι άνθρωποι.
Αφού πλαστήκαμε για ν' αγαπιόμαστε.
Ενωνόμαστε λόγω της αγάπης.
Κι ύστερα πάλι με κείνη μένουμε μόνοι.

Προς τους αγαπημένους μου.
Η αγάπη μας βγαίνει κάθε πρωινό με τον ήλιο,
να το θυμάστε τα βράδια κοιτώντας το φεγγάρι.
Τ' αστέρια εμείς που παλεύουμε και πάλι και πάντα να ενωθούμε.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

έτσι να δεις θα 'ναι [12/09/2013]

δε μπόρεσα.
αρνήθηκα.
φόβος.
τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
σχεδόν γελοιοποίηση.
έτσι το 'βλεπα πάντα.
κι όμως λέει.
έτσι γίνεται.
δεν υπάρχει δηλαδή άλλος τρόπος;
διαφορετικά.
δε συνέβαινε πάντα έτσι.
δε γίνεται να ήταν πάντα έτσι.
μοιάζει. όχι δε μοιάζει.
είναι ανώριμο.
ή δεν ξέρω.
δεν ξέρω.
με τρομοκρατούσε πάντα.
κι όλους τους άλλους.
για αυτό το απλουστεύσαμε.
εγώ. σε μένα. μάλλον το σκότωσα.
είναι νεκρό.
ίσως να συμβιβαστώ με την απλότητα.
την απώλεια της μάχης.
τις επίπεδες επιρροές.
θα θαυμάζω τα μυθιστορήματα των άλλων.
δε το ξέρω.
το φοβάμαι.
εξάλλου αυτά δε διδάσκονται.
ή τα 'χεις ή δεν τα 'χεις.
άτιμη διαπαιδαγώγηση.


Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

δώδεκα, έντεκα, εννιά [11/09/2013]

ένα τέταρτο πριν τα μεσάνυχτα
κόντεψα που λες να ξεχάσω
πάνε έντεκα χρόνια από τότε
ήμουνα, ήσουνα..
τι λουλούδι;
τι σημασία έχει;
καμία
έκανα τον κύκλο και βγήκα
για να ξαναμπώ όταν θα βγαίνεις
και να βγω όταν θα μπεις πάλι
να γυρίζουμε γύρω από τους εαυτούς μας
και ο ένας γύρω από τον άλλον
τόσα χρόνια
μαχητές, ηττημένοι και νικητές
δεν έχω λόγο που τα λέω αυτά
εξάλλου πήγε πια δώδεκα

όμοιοι [11/09/2013]



Ξέρω πόσο σε πονά.
Όταν δε συγκρούεσαι μαζί μου.
Καταλαβαίνω την απώλεια σου.
Όσο δε σε προκαλώ σε μάχη.
Μάχη στημένη για δύο.
Λυπάμαι που αναγκάζεσαι να φυλάς τις δυνάμεις σου.
Μέχρι μ' ένα χτύπημα μου να βρεις κι άλλες.
Νιώθω την ανάγκη σου για λύτρωση και βασανισμό.
Τη μίζερη σου ύπαρξη.
Που μόνο μέσω της συνύπαρξης μας,
στο πεδίο της μάχης, εξυψώνεται.
Ξέρω καλά πόσο οξυγόνο σου στερεί,
η απουσία του αίματος μου στην αρένα.
Θυμάμαι τις απεγνωσμένες προσπάθειες σου.
Προσπάθειες υπ ερανισμού.
Απασχόλησης και αδιαφορίας.
Ήθελες τόσο πολύ να με πείσεις.
Σκαρφιζόσουν κάθε φορά.
Μια ανούσιο σημαντική ασχολία σου.
Δεν παραδεχόσουν πως το μόνο παιχνίδι
που σε θρέφει
σε ξεδιψά
σε αναζωογονεί
σε κάνει να νιώθεις
και να είσαι ζωντανός
είμαι εγώ.

Εξάλλου αρρωστημένε μου εραστή,
μοιάζαμε πάντα σα δυο σταγόνες νερό.


Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Εξάρχεια μετά από καιρό [31/08/2013]


Κι είναι κι οι δρόμοι που διασχίσαμε.
Δύσκολοι και χαραγμένοι.
Στις μνήμες όσων τους περπάτησαν πιότερα.
Και στα σώματα και κυρίως στα πόδια μας.
Ένα στεφάνι που ξεκινά και τελειώνει στους αστραγάλους μας.
Λες και διαγράφει την ίδια άρρωστη πορεία.
Κάθε φορά, μια κούραση να συσσωρεύεται.
Νιώθουμε ότι κουβαλάμε αλυσίδες με σιδερένιες σφαίρες στις άκρες τους.
Κι ύστερα το βράδυ που μας κλειδώνουν το κελί.
Προσπαθούμε ν' αποσπαστούμε από την ανάμνηση του πόνου.
Μα η αίσθηση των αλυσίδων,
αόρατων πια, μας τραβά απ' τα πόδια,
μας σέρνει κάτω από το κρεβάτι.
Πεταγόμαστε στα όνειρα, στους εφιάλτες μας.
Συνέχεια πέφτουμε.
Αέναη πάλη για να σηκωθούμε.
Θα σηκωθούμε σου λέω, όσο κι αν πονάνε τα ρημάδια.
Άκου. Μη μιλάς. Άκου.
Η μουσική δυναμώνει, δεν αναγνωρίζω το είδος της.
Δυναμώνει κι άλλο.
Ο πόνος ηρεμεί. 
Τα πόδια μου ζωντανεύουν.
Τα δικά σου;
Ή κι οι δυο ή κανείς.
Έτσι δε λέει κείνο το ποίημα που μου διάβαζες;
"Κι οι δυο", για τότες που δε σ' απάντησα.
Πως είναι τα πόδια σου;
Άσε με μένα.
Ζωντανεύουν;
Δυναμώνεις;
Μη με θρέφεις άδικα ελπίδα.
Μαζί. Κι οι δυο σου λέω.
Δώσε μου το χέρι σου.
Θα σε σηκώσω.
Η μουσική ακούγεται απ' την καρδιά.
Στην καρδιά.
Ο πόνος σου μου λες περνάει.
Φεύγουν οι αόρατες αλυσίδες.
Σ' αγαπώ.
Περπάτα.
Τα νεύρα των ποδιών σου ζωντανεύουν πάλι, μου λες.
Περπατάς.
Περπατάμε.
Μαζί. Με την αγάπη.
Προς την ελευθερία.
Κι ας ξεράθηκε κείνο το λουλούδι που μου δωσες κάποτε.
Κι ας ξέβαψε κείνο το χαρτί που σου 'χα γράψει σ' αγαπώ.