Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Καθημερινό μεθύσι [29/10/2013]

Τρίτη.
Μπορεί τετάρτη.
Μπορεί πέμπτη.
Πάντως καθημερινή.
Δεν ήταν σαββατιάτικο μεθύσι μου.
Σπάνια μεθάω τα σάββατα.
Γυρνούσα σπίτι.
Με την ελπίδα της συνάντησης.
Όπως πάντα.
Ξεθεωμένη απ' τ' άσχημα.
Μια ωραία στιγμή πριν τον ύπνο.
Κανένα σημάδι σου ποτέ δε θα είναι αρκετό.
Σιγά μη νικούσαν τα όμορφα.
Κανένα σημάδι.
Κι ας ήταν βράδυ καθημερινής.
Πάει κοντά ένας μήνας.
Κι ακόμα θυμάμαι την ανυπαρξία σου.
Την απουσία σου στην τελευταία μας στιγμή.
Δε χανόμαστε.
Απλά δε βρεθήκαμε ποτέ.

Σιχαμερό Φινάλε [29/10/2013]


Λίγο πριν πεθάνω.
Θέλω να σου πω τόσα.
Λόγια που υποπτεύτηκες ότι σχημάτισαν τα χείλη μου.
Φιλιά που κράτησα και δεν έδωσα.
Στιγμές που μιμήθηκα αποτυχημένα.
Αγγίγματα που δεν ένιωσα.
Και χτυποκάρδια που αντικατέστησα με θάνατο.
Θα στα πω και θα στα δείξω ιστορικά.
Θα σε εκδικηθώ άθελα μου.
Αυτή η παρουσίαση θα είναι αρκετή.
Θα με σιχαθείς τόσο πολύ που θα το πεις κιόλας δυνατά.
Μέχρι και τον επίλογο μου,
θα στέκεις βουβός,
θ' ακούς καρτερικά.
Κι όταν θα αναφωνήσεις,
κοιτώντας με μίσος "σε σιχαίνομαι",
θα ακολουθήσει το δικό σου παραλήρημα.
Μεσάνυχτα ακριβώς.
Ξεκινάει το θέατρο.
Τίτλους τέλους ρίχνεις πάντα εσύ.
Γύρω στα μεσημέρι,
την ώρα της πιο αδιάφορης συνάντησης μας.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ζωή μου κόντρα [26/10/2013]


Είναι τα βράδια.
Κυρίως τα βράδια.
Ανασαίνω βαριά.
Αναστενάζω κιόλας.
Ούτε και ξέρω πως να το μιμηθώ.
Την άλλη μέρα το πρωί.
Δε θα με παραμυθιάσω.
Η ζωή μου, ξέρει να φεύγει.
Είναι Κυρία με αξιοπρέπεια.
Ξυπνάει πρωί.
Πιο πρωί από μένα.
Δίχως καφέ και τσιγάρο.
Με μουτζουρωμένα μάτια.
Κοιτάζει στο κρεβάτι.
Θυμάται το όνομα του χθεσινού εραστή της.
Κι ύστερα φεύγει.
Αν δε το θυμηθεί.
Κολλάει εκεί για κανά δυο ζωές.
Με τη ζωή μου πάμε πάντα αντίθετα.
Κι ύστερα λένε ότι αν μένεις με κάποιον επηρεάζεσαι.
Μαλακίες λένε.
Είκοσι έξι χρόνια περπατάμε αντίθετα.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Δεν υπάρχεις [21/10/2013]

Θυμάμαι ένα μπλε.
Θυμάμαι όλα τα μπλε των ουρανών που είδαμε μαζί.
Δε θυμάμαι ούτε ένα από εκείνα που 'δαμε χώρια.
Οι φωτισμοί και οι σκιές.
Των αισθημάτων μου και της ανυπαρξίας των δικών σου.
Προχθές ήπια τόσο όσο έπρεπε.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου.
Κι ένιωσα πως αν εσύ δεν υπάρχεις.
Τότε εγώ τι φιλοσοφώ;!
Είπα να δώσω τόπο στην οργή.
Χρόνο στην αδράνεια.
Κι εσύ δεν υπάρχεις.
Και καθώς περνάει ο χρόνος
βεβαιώνομαι ότι και πάλι όνειρο ήταν.
Μυρίζοντας μόνη μέσα στο άδειο σπίτι τον ζεστό καφέ, ξέρω.
Ξέρω πως εγώ ζω όσο εσύ δεν υπάρχεις.
Ή ότι τουλάχιστον πρέπει να το κάνω.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα ή αλλιώς έκλεψα έναν τίτλο [21/10/2013]

Οι πιο φρικτές μου στιγμές.
Όταν γελάω σαν παιδί.
Όταν παίζω σαν παιδί.
Κάθε φορά που κερδίζω.
Ο τρόπος με τον οποίο το κάνω.
Οι νίκες.
Με φοβίζουν.
Οι ήττες.
Με εξαγριώνουν.
Δεν υπάρχει σωτηρία μωρό μου.
Ή θα με εξαγριώσει ο φόβος μου.
Για σένα.
Και μαζί με σένα για τη ζωή.
Ή θα ζω στο αιώνιο δίπολο.
Νικητής μαζί και ηττημένος.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σελήνη στο ΦΟΥΛ. [20/10/2013]


Γιομάτα φεγγάρια.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Αποκτά υπόσταση.
Ο συναισθηματικός μου κόσμος.
Τμήμα του όλου μου.
Το οποίο εντέχνως αποκρύπτω.
Σε ώρες υψηλής κυκλοφορίας.
Το αλκοόλ ήταν μια παρηγορητική συντροφιά.
Έχει προσφέρει και κλάσματα λήθης, μπορώ να πω.
Τότε.
Τώρα.
Είναι η πόρτα εισόδου.
Είσοδος σ' ένα μενεξεδένιο πηγάδι.
Άλλοτε σκοτεινό.
Μωβ πένθιμο.
Και πιο σπάνια.
-τότε που ήμουν παιδί-
Ανοιξιάτικος κήπος με τροπική θερμοκρασία.
Ο καπνός απ' τα τσιγάρα μου.
Προμηνύει βροχή.
Όχι καταιγίδα.
Ποτέ ακρότητες.
Δε με πολυγουστάρουν πανάθεμα τες.
Βροχή σα λύτρωση.
Άκου τις ξεψυχισμένες σταγόνες.
Βροχή παρηγοριάς αγάπη μου.
Σα γρια που τα 'χει χάσει και κλαίει πάλι έναν νεκρό της προηγούμενης δεκαετίας.

ανύπαρκτα "σ' αγαπώ" [20/10/2013]


Σήμερα άνοιξα πάλι το ξεχασμένο τετράδιο.
Το αγόρασα για μένα.
Λίγες μέρες μετά την είσοδο του νέου έτους.
Όχι με την κουτή ελπίδα της οργάνωσης
                                        της σχεδίασης
                                        της υλοποίησης.
Ίσα ίσα για να το γεμίσω.
Γράφω ακόμα στον Αύγουστο.
Κι έξω είναι ήδη Οκτώβρης.
Τελειώνει το έτος.
Λέω στον εαυτό μου.
Γράψε, είναι για το στόχο.
Μπλα μπλα μπλα μπλα.
Δε σκέφτηκα ποτέ το τι και το πως.
Θυμάμαι μόνο -και μου χαμογελώ κοροϊδευτικά-
που ήθελα να σου ζητώ πέντε λεπτά τη μέρα για να σου γράφω
ένα ακόμα σ' αγαπώ.
Μια ακόμα αφελής και λανθασμένη σκέψη
για την αρχή του χρόνου
που ποτέ δε θα 'ρθει
και σε λίγο τελειώνει.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Μια στιγμή θάρρους [16/10/2013]


Και βρίζει ο κόσμος και θυμώνει.
Δαιμονίζεται με όλα τούτα που συμβαίνουν.
Και περιμένουν να δουν μια άσπρη μέρα,
κι όχι με χιόνι γιατί είναι ακριβό το πετρέλαιο.
Κάπου στον παγκόσμιο χάρτη
κάποιοι πρώην απολιτικ
νυν πολιτίκ
κάνανε και ομάδα που φοράει λευκά.
Αυτοί να δεις δε θα 'χανε την Κατερίνα.
Κι εμείς που νιώσαμε στην εφηβεία
ότι την μάθαμε αργά
και γιομίσαμε τύψεις και ενοχές
που δεν την ξέραμε
και ουδεμία βελτίωση δε βλέπαμε
στους εαυτούς μας από τους γονιούς μας.
Διάτανε κι είμαστε παιδιά!
Δεκαέξι το πολύ...
Ακόμα και σήμερα -όχι πολύ μεγαλύτεροι-
τα ίδια ακούμε.
Τι κάναμε εμείς για να σωθούμε;
Για το μέλλον μας και το μέλλον των δικών μας παιδιών.
Με ένα τηλέφωνο όλη την ώρα για καφέ;
........
Και σε ρωτάω "θες να κάνω;"
-δημοκρατικά το πάω, θαύμασε με-
Και μου λες "κάνε, να σε δω"
-και με ειρωνεύεσαι-
Και σε γράφω και κάνω πόλεμο.
Πόλεμο.
Είμαι σε διαρκή πόλεμο.
Πολεμάω να λευτερωθώ από κάθε αρρώστια που με κόλλησες.
-με κοιτάς ακόμα ειρωνικά-
-δε δέχεσαι τα λάθη σου-
Πολεμάω να πιάσω το χέρι του ανθρώπου για τον οποίο συνεχίζω να ζω.
Πολεμάω να αγαπήσω το φίλο με αγάπη αληθινή.
-Μάθαμε βλέπεις να κάνουμε παρέα άγνωστοι.-

Συγχώρα με μα πολεμάω για όσους τ' αξίζουν,
αν νιώσεις ότι με πρόδωσες
σε ικετεύω μην το παραδεχτείς
ξεβάφει δύσκολα το αίμα απ' τη σάρκα μου.
Απλά άδειασε μου τη γωνιά.
Τον τρόπο επέλεξε τον εσύ.
-δημοκρατικά δεν είπες;-
Εγώ απλά μετρώ μέχρι το τρία.
ένα...
δύο...
...

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

καρνάβαλος του οκτώβρη [12/10/2013]

Πως το λένε εκείνο;
Αυτό που ντυνόμαστε μασκαράδες.
Φοράμε τα ρούχα του άλλου.
Μιμούμαστε τη φωνή του.
Πετάμε τη σάρκα και φοράμε νέο δέρμα.
Το κάνουμε το καρναβάλι.
Για διασκέδαση και πλάκα.
Κυκλοφορούμε συντροφιές.
Με μια μπουκάλα στο χέρι.
Άλλοτε ο καθένας το δικό του.
Άλλοτε όλοι μαζί μια.
Πίνουμε κλεφτές γουλιές.
Χορεύουμε και τραγουδάμε.
Καλυμμένοι.

Τώρα όμως είναι Οκτώβρης.
Φοράω τα δικά μου ρούχα.
Άλλο ανήκει στη γιαγιά,
κι άλλο -σακάκι δανεικό-
σε έναν ανεξερεύνητο κι άγνωστο συγγενή.
Η φωνή μου βαριά και κουρασμένη.
Το δέρμα μου πιο λευκό από ποτέ.
Φθινόπωρο.
Κι έχει ακόμα ζεστές νύχτες.
Συνήθεια κι επιλογή.
Περπατώ μόνη.
Με μια μπουκάλα στο χέρι.
Η δεύτερη για απόψε.
Κάποιο κρασί, κάποιου θείου.
Πίνω γερές, δυνατές δόσεις.
Χάνομαι και τραγουδάω.
Μόνη. Λιγότερο μόνη.
Σήμερα ντύθηκα εσύ.
Η μύτη σου έγινε η μύτη μου.
Τα χείλη σου, χείλη μου.
Μένουν τα μάτια.
Μια στιγμή να τα κολλήσω.
Και θα γίνουμε ένα πράγμα.
Ο καρνάβαλος ενός οκτώβρη.

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

το κάθε μου ξενύχτι [02/10/2013]

οι άλλοι και οι άλλες.
οι μικρές αμαρτίες μιας ζωής που ακόμα χρωστάμε.
ανόητες αλήθειες που αφήνουμε πίσω μας.
δε μπορούμε να τις ξεχάσουμε κι έτσι τις θάβουμε.
πιστεύοντας -οι ανοήτοι- ότι μόνες θα φύγουν.
τρέχουμε από κρεβάτι σε κρεβάτι.
ξεχνώντας τ' όνομα του και τη μυρωδιά της.
χανόμαστε σε εμπειρίες άχρηστες.
τα πρώτα χρόνια κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
χρόνια προετοιμασίας λέμε.
ένα πράγμα θέλουμε.
απ' όταν γεννηθούμε.
κι όμως περνάνε οι ζωές, κι εμείς συνεχίζουμε την κοροϊδία.
το πιο όμορφο ισούται με ένα βλέμμα.
όσες στιγμές των άλλων κι αν ακολουθούν.
πέφτουν στη θάλασσα.
πνίγονται και δεν αφήνουν καν σχήμα.
τις ανασύρουμε από τον πάτο.
στο πρώτο-δεύτερο ποτήρι...
παραμυθιαζόμαστε λίγο..
για κείνα που ζήσαμε..

κι όλη την υπόλοιπη νύχτα
θρηνούμε βουβά για κείνα που δεν ανταμώσαμε ποτέ.

Μηχανικά [02/10/2013]

Σε μερικά καφενεία.
Έτσι μ' αρέσει να τα λέω.
Ο νους εμφανίστηκε πριν τις καρέκλες.
Ο νους όχι του ιδρυτή.
Μα του ίδιου του μαγαζιού.
Ίσως να ήταν θαμμένος στα ερείπια της προηγούμενης επιχείρησης.
Ίσως να ήθελε για χρόνια ολόκληρα.
Να γεννηθεί, να ξεθαφτεί, ν' αναπνεύσει.
Να περάσει δίπλα από τους μελλοντικούς πελάτες του.
Να τους εμπνεύσει.
Χαμόγελα, έρωτες, αρώματα.
Τώρα πια γεννημένος ξανά.
Θα γίνει ο πρώτος θαμώνας.
Θα ντυθεί τα ρούχα του.
Θα πει τ' αστεία του.
Θα περάσει μέσα στα χρόνια.
Σαν κλασσικός ήρωας κείνου του καφενέ.
Μισή ζωή δε θα αξίζει τίποτα μπρος σ' έναν καφέ κι ένα τάβλι μαζί του.