Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Βροχή στη γειτονιά [23/11/2013]


Κι είναι κι αυτός ο καιρός.
Η ξαφνική καταιγίδα.
Μετράει ήδη δυο ώρες.
Μούλιασαν οι αποφάσεις μου.
Ξεράθηκαν τα κόκκαλα μου.
Το νερό έχει διαπεράσει τα πάντα.
Μας απομακρύνει.
Δίνει χρόνο στις αποφάσεις μου.
Να τιθασεύσουν, ν' αγριέψουν,
να γίνουν ποτάμι και να με πνίξουν
μόνη εμένα
λίγο πριν σ' αρπάξω μαζί μου.
Είναι τα παιδικά μου μάτια
που ξυπνάνε με κάθε βροχή
όλο  και πιο θλιμμένα
από την προηγούμενη μπόρα.
Είναι τα χείλη που στεγνά ανοιγοκλείνουμε
τόσον καιρό
και με τη μπόρα
πίνουμε σαν χρόνια διψασμένοι
τις σταγόνες που τα κοσμούν.
Τέλος είναι τούτη η πόλη
με τα μπαρ, τις γυναίκες και τους άντρες της.
Ωραίοι νέοι και γέροι
να μου θυμίζουν το πέρασμα σου
στους αιώνες.
Τσιγάρο βρεγμένο και σκέψη αφυδατωμένη.

νεογέννητο πτώμα [15/11/2013]

Στα φθινοπωρινά φύλλα.
Η αγάπη γεννιέται.
Στον τόπο μου όμως.
Πεθαίνει γρήγορα.
Σε δυο μέρες το πολύ.
Τη σκοτώνει εν ψυχρώ.
Ένας παγωμένος αγέρας.
Δε την αφήνει.
Το πρώτο άνθος της να γεννήσει.
Περνάει σύριζα.
Πάνω από το ισχνό κορμί της.
Της βγάζει τη λεπτή πρώτη επιδερμίδα.
Την τυλίγει στο χορό του.
Και την παρασύρει μακριά.
Τις νύχτες του φθινοπώρου.
Όταν το κρύο είναι πια γεγονός.
Αρκεί μια στιγμή.
Να σε σκεφτώ.
Και να την αναστήσω.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μίσος ή μισός; [09/11/2013]


Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός.
Αν γιατρεύει τελικά.
Αν αυτό που κάνει λέγεται γιατρειά.
Αφήνει ανοιχτή μια μεγάλη τρύπα στο στήθος και στο στομάχι.
Δε γεμίζει ποτέ αυτή.
Ό,τι κι αν κάνεις.
Όμως ο χρόνος συνεχίζει να περνάει.
Κι οι άνθρωποι με βαριούνται, με προσπερνούν.
Κι εγώ τους βαριέμαι.
Είναι πολύπλοκοι και προβληματικοί.
Ύστερα πάλι μετανιώνω.
Ανήκω στο είδος τους. Θυμάμαι.
Γερνάμε και δεν έχουμε πει,
μια φορά,
το σκοπό της ύπαρξης μας,
τις πραγματικές μας προθέσεις,
τα αληθινά μας ένστικτα και αισθήματα.
Γι' αυτό είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε.
Πεθαίνουμε μέρα με τη μέρα.
Στιγμή τη στιγμή.
Μακριά ο ένας απ' τον άλλον.
Χωρίς αγκαλιά και μνήμη.
Με μόνη παρηγοριά τη σάρκα μας.