Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ημερομηνιακό [11/12/2013]


Οι απεγνωσμένες κινήσεις στον έρωτα.
Προδίδουν τον πόνο του δράστη.
Μια κίνηση ολικού ή μερικού εξευτελισμού.
Ντυμένη με τη μικρής διάρκειας ενδυμασία του ρομαντισμού.
Ελεύθεροι κι ωραίοι.
Κλεισμένες, μερικές μέρες,
σε χορούς και χρωματιστά φορέματα.
Με ένα άλογο περήφανο
κι ένα θεατρινίστικο.
Να κλεινόμαστε σε φόβους,
όσο η φαντασία μας τα καβαλά
και τρέχει μακριά λεύτερη
και διόλου απεγνωσμένη.
Σε νύχτες που μυρίζουν,
τσιγάρο και σούπα,
φτάνοντας τα γεράματα,
πολύ πριν τη νιότη,
με ξεραμένο λαρύγγι,
κάθε τέτοιο βράδυ,
θα σου φωνάζω,
"τώρα που γεράσαμε,
έλα να ξανανιώσουμε μαζί"

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Άθληση Υψηλού Επιπέδου [02/12/2013]























Δε με νοιάζω εγώ.
Εσύ με νοιάζεις.
Σε βλέπω να ξαγρυπνάς.
Ιδρωμένος και θυμωμένος.
Μπροστά από άδεια μπουκάλια.
Να τα σπας.
Καθώς σχηματίζεται η μορφή μου σ' ένα από δαύτα.
Ο στόχος εσύ.
Ο στόχος σου. Εσύ.
Εγώ απλά η αφορμή.
Να σε πετύχεις.
Να σε πονέσεις και να σε αναστήσεις.
Σε μια βρύση.
Ρίχνεις νερό, γουρλώνεις τα μάτια.
Πάρε τα πάνω σου ρε μαλάκα.
Σου λες.
Και πίσω σου εμφανίζομαι εγώ.
Ένα είδωλο μέσα και πίσω απ' το δικό σου.
Πάρτο χαμπάρι.
Όσοι αιώνες κι αν περάσουν.
Ο ένας σημαδεύει τον άλλον.
Με βέλος που στάζει το αίμα του στόχου.

Αντίστροφη μέτρηση και μπούρδες [02/12/2013]

Ο ποιητής λέει.
Την πιο όμορφη θάλασσα
δεν την έχουμε δει ακόμα.
Κι έκατσε να σκάσει.
Πρωινό Δευτέρας.
Η πόλη να σέρνεται πρωινά.
Κι εγώ από το προηγούμενο όνειρο.
Να έρχομαι στο φως.
Ο Δεκέμβρης.
Ωραίος μήνας, πάντα στολισμένος.
Αγχωτικός και μελαγχολικός.
Μετράς ανάποδα.
Για μια ακόμα χρονιά.
Που σε άφησε ίδιο.
Πήρε κι έφερε.
Κι άλλα τέτοια καταληκτικά.
Άντε γαμήσου κι εσύ.
Και η αντίστροφη μέτρηση των ζωών μας.
Ένα πράμα έχει αξία.
Να πονάει το κεφάλι και να καίει το δέρμα.
Ένας αιώνιος εσωτερικός πυρετός.
Επίπονος και υπέρλαμπρος.
Μη σβήνεις ρε μαλάκα.

Μια μέρα [28/11/2013]

Τα πρωϊνά συνήθως χαρούμενα.
Βρίσκομαι κουκουλωμένη σε μια προσωπική θέρμη.
Ακούω στο βάθος τη φωνή κάποιου πρωινού δημοσιογράφου.
Τα κουζινικά της μάνας σε δράση.
Κι ίσως λίγα γέλια σ' ένα τηλέφωνο.
Οι δυο κακές γριές γειτόνισσες να κουτσομπολεύουν.
Τα ψάρια μου υπερκινητικά να εκφράζουν την πείνα τους.
Όταν τα κοιτάζω σκέφτομαι.
Ο δρόμος για τον προορισμό είναι μακρύς.
Όμως εμείς έχουμε τη χαρά του ταξιδιού.
Ενώ εκείνα όχι.
Σέρνω τα πόδια μου μέχρι την κουζίνα.
Σωριάζομαι σε μια καρέκλα.
Παρακαλάω κάθε μέρα τον καφέ να είναι έτοιμος.
Ένας τελειωμένος ελληνικός.
Μου θυμίζει πως κάποιοι ξυπνάνε πιο πρωί.
Καταβρέχω τον εαυτό μου με νερό.
Ας πούμε ξύπνησα.
Ο ήχος από το καμινέτο.
Η πρώτη αγαπημένη βαβούρα της μέρας.
Τα νέα δια στόματος μάνας ξεμακραίνουν.
Ντύνομαι.
Ρουφάω απεγνωσμένα τις τελευταίες γουλιές της κούπας.
Ανοίγω την πόρτα.
Φωνάζω "έφυγα".
Κλείνω την πόρτα.
Η μέρα.
Το μεσημέρι.
Το απόγευμα.
Τα βράδια καθυστερώ να γυρίσω.
Τα βράδια είναι ατέλειωτα.
Όταν πω το "γύρισα".
Ξεκινάει μια μελαγχολική φρενίτιδα.
Πέφτω στο κρεβάτι.
Χαμένη.
Σαν τρελή.
Μια στιγμή μένω ακίνητη.
Σφίγγω τα μάτια.
Και να 'σαι.
Τα βράδια σου λέω.
Αυτά με οδηγούν στην τρέλα.