Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Δευτέρα μήπως; [22/12/2014]

Μια Δευτέρα. Θα μπορούσε να ειναι μια Δευτέρα λυτρωσης. Για να πούμε την αλήθεια, ειναι μια ακομα δύσκολη Δευτέρα. Λιγότερες σακούλες απο πέρυσι, περισσότερα κατεβασμένα μούτρα απο πέρυσι, θυμίζει εκείνο που λέγαν οι παλιοί "κάθε πέρσι και καλύτερα". Κι ειναι τόσο ουτοπικές αυτές οι όμορφες βιτρίνες κι αυτές οι όμορφες μέρες. Όλοι το ξέρουν κι όμως όλοι το θέλουν. Ζήσαμε μέρες λαμπρές, λιγο πολυ όλοι. Και ξέρουμε τι θα πει σιωπή.

Ησυχία. Σκότος. Μιλάμε λιγότερο και λεμε περισσότερα. Οι τυπικές ευχές πια βγαίνουν σαν ψέμμα που φτύνουμε απ τα δόντια μας. Δε βγαίνει ευχή βγαίνει πραγματικότητα. Λεμε υγεία, χαρα κι αγάπη. Κι ακούγονται σαν τ αντίθετα τους, μια και η ζωη κατάφερε να ναι αρρώστιαρα, μίζερη και μισήτη. Μαυροκαρδη, μαυροφορουσα κι αντίπαθης. Ανήφοριζοντας και κατηφοριζοντας δρόμους έχω πάντα το ιδιο συναίσθημα, που θαρρω πως έχουν πολλοί σε τέτοιους περιπάτους.

"Πάντα κάτι λείπει", φέτος κι ίσως ακομα περισσότερο του χρόνου, λείπει η δύναμη της ευχής. Εξασθενει και χάνεται στη μαύρη τρύπα του μέλλοντος όπως τόσα αλλα. Μην ακούτε εμένα, εγω πάντα πένθιμη ακουγομουν. Δείτε τις ζωές σας. Τις ρήμαξαμε μόνοι μας στο όνομα μιας μελλοντικής ευτυχίας που ούτε άξιζαμε ούτε σχεδιάσαμε ποτε σωστά. Στο βωμό του "θελω κι αλλα για μένα" κάψαμε και του εαυτούς μας και τους άλλους. Ίσως αν αλλάζαμε τα ρητά και τις επιθυμίες μας για φέτος ίσως τότε όλα να άλλαζαν.

Μήπως να λέγαμε τα θελω όλα, για ολους. Μήπως κάτι να κάναμε τον εγωισμό μας εκτός απο κατάρα. Μήπως, λέω απλα, μήπως...;

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ηδονές μίσους [21/09/2014]

Η μονη πραγματικά ευτυχισμένη στιγμή.
Ειναι το να ξέρω πως εισαι μόνος. 
Οχι χωρίς κανέναν.
Μα μόνος με πολλούς, με απ ολους.
Όλο μοναχός.
Να κοιμάσαι, να ξυπνάς, να υποφέρεις.
Να τρέφομαι απ τη μοναξιά κ τη δυστυχία σου.
Να χασκογελώ χαιρέκακα για το φάντασμα που λες εαυτό.
Μονο ετσι είμαστε μαζί.
Άρρωστος κ μόνος κι εσυ όπως κ εγω.
Δε χύνω πια δάκρυα.
Μονο ηδονή για οτι εγινες.
Μονο ηδονή για οτι ειμαι.
Μ αρέσεις ετσι μόνος κ δυστυχισμένος.
Έρμαιο με δεσμά κι εσυ.
Πήραμε οτι μας άξιζε.
Μην περιμένεις οίκτο.
Δε λυπούνται οι άνθρωποι.
Δε βοηθούν.
Αυτο θυσιάζονται απο ματαιοδοξία.
Οχι απ αγάπη.
Ετσι μισήτα θα περνάμε καλύτερα.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Αυγκουστος [23/08/2014]

 

Ν' ακους εκείνο του Παπάζογλου.
Να βράζει ο τόπος. 
Να ξεφυσανε τα έπιπλα.
Να ξεπαγωνουν οι μπύρες. 
Να κροταλιζουν οι πλαστικές μπουκάλες του νερού.
Να ξυπνάς και να κοιμάσαι ζομπι.

Μονο.
Μονο για ελάχιστα δευτερόλεπτα. 
Πριν κοιμηθείς κ πριν ξυπνήσεις.
Ζωντανευεις.
Η επιθυμία καβαλα το σβέρκο σου.
Τινάζεις το κεφάλι να φύγει.
Να επανελθεις στο ζομπι που ησουν. 
Κι εκείνη μεσα σε λίγα μονο λεπτά.
Υγραινει το σώμα σου.
Πολλαπλασιάζει τους χτύπους της καρδιάς.
Ξυπνάει θύμισες.
Τα λεπτά περνάνε.

Το μαρτύριο της επιθυμίας όμως σε βασανίζει όλη τη μέρα και δυστυχώς και όλη τη νύχτα.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Σύντομη ομολογία ενός μικρόψυχου οντος [19/08/2014]

Δεν ξέρω πως γίνονται καλοί οι άνθρωποι. Κι αν το καλο και το κακό έχουν όρια. Ορίζονται και διακρίνονται. Ήμουν κακή, υπήρξα παλιάνθρωπος και σίγουρα η ομολογία μου αυτή ούτε με διορθώνει ούτε μου προσφέρει την άφεση που ίσως έφερνε τη λήθη. Γιατι σαν μικρόψυχο ον τη λήθη αποζητω κι ίσως οχι τόσο την άφεση. Ίσως η ψυχή μου να μη μεγαλώσει άλλο να μείνει για πάντα μικρή. Κι ούτε λέξη παραπονού μπορω να άρθρωσω ούτε χέρι παρηγοριάς να ζητήσω μιας και τέτοια μου δωθηκαν ήδη και νόμισα πως δε τα χρειαζομουν. Δεν ξέρω τι σκοπό επιτελώ κι αν έχουμε έναν σκοπό ο καθένας μας σε αυτή τη ζωη. Κι ειναι πια αργά για να το μάθω κ αυτό. Αν είχα επιλογή δε θα ξανά ζούσα μα μητέ και θα πεθαινα. Κι εκείνους που νόμισα πως πολυ αγάπησα αν είχα τη δύναμη τι ειναι η αγάπη θα τους ρωτούσα. Κι εκείνοι, οι αληθινά καλοί, ξέρω ήδη δε θα λέγαν βρισιές που ίσως να μου πρέπουν μα θα πιαναν απ την αρχή γλυκα να εξηγούν. Δε μου άξιζαν κεινοι που μ'αγαπησαν, ήμουν λίγοι για αυτούς κ μπόλικη για μένα. Κεινοι που μίσησα ας μ' αγκαλιάσουν πια. Δεν έμαθα αν αγαπω, αν μισώ, αν αν ήμουν ποτε κάτι ζωντανό. Και βρέθηκα να κυβερνάμαι απο ενα χρέος και μια αιώνια απώλεια. Καλύτερα που δε μ' αγαπησες κι εσυ δε θα άντεχα ενα χρέος ακομα.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Περί μέλλοντος [06/08/2014]

Δεν είχε τύχει πάλι! Έτυχε κι ειναι όμορφο! Συννεφιά και βροχή στο νησί, ησυχία και χώμα υγρό. Ο καιρος, η φύση και οι εποχές μας παίζουν! Μας γυρίζουν, μας ντυνουν, μας γδύνουν. Μόνος αιώνιος νικητής ο χρόνος. Πλάκα έχει κ ετσι. Το νησί ξεκουράζεται, κοπιάζει κ αγριεύει. Αφήνεται και βρίσκεται, συναντά τη ζωή και τη μοναξιά. Κι όσο πιο συχνά αλλάζει τόσο πιο ανήμποροι είμαστε. 
Επισκέπτομαι μια φίλη. Δε το κάνω συχνά να διασχίζω τη θάλασσα όμως κάθε φορά που το κάνω, οι πόροι του δέρματος μου απορροφούν και την τελευταία σταγόνα αλμυρου νερού. Τελειώνει η τριτη δεκαετία της ζωής μου και δεν έχω παράπονα ειναι ανοιχτόκαρδη γαλαντωμα σα να λεμε. Περνάει κ δεν αφήνει ούτε μεγάλες χαρές ούτε μεγάλες λύπες. Υποθέτω οτι θα έπρεπε να ειμαι ευγνώμων. Μπορεί να πέρασα πολλα και να μη θέλω αλλα. Έχω ενα δυο, άλλοι μάλλον πασχίζουν για δαυτα. Θέλω κ αλλα, πάντα ήθελα κι αλλα, ας μην κοροϊδευόμαστε όλοι θέλουνε κι αλλα. 
Τα σύννεφα απο πάνω έχουν μια παρηγορητική διάθεση, μέχρι και η βροχή που θα ρθει παρηγοριά θα ναι. Και σε λίγες μέρες θα πρέπει να αφήσουμε τα όνειρα, να περπατησουνε στα σχέδια. Τα σχέδια που κατα στρώσαμε εμείς, που θελήσαμε σαν όνειρα και γίνανε σχέδια. Άρα θα ισχύσει με όλα αυτό; Με όσα ονειρευτήκαμε θα ερθει η ωρα να τα σχεδιάσουμε; Και τι θα κάνουν τόσα ειδικοί που πρώτα για τα σχέδια μίλησαν κ ύστερα για τα όνειρα. 
Η βροχή έρχεται. Θα γιατρεψει. Θα μας κάνει έστω και μελαγχολικά να ονειρευτούμε. Θα το κάνουμε.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Ανοησίες [18/07/2014]

Το κορίτσι που φορούσε συνέχεια πυτζάμες αναρωτήθηκε χθες βράδυ μήπως μεγάλωσε. Σκέφτηκε πως για να μην της αρκεί το ότι είναι ακόμα παιδί, αυτό σημαίνει ότι μεγάλωσε. Κοιτούσε τα άλλα κορίτσια πήγαιναν σχολείο, εκείνη όμως είχε χρόνια να πατήσει. Το κορίτσι που φορούσε πάντα πυτζάμες το έστελναν για δουλειά και του έλεγαν να παντρευτεί, όμως εκείνο ένιωθε ότι δεν πάει έτσι όλο αυτό. Λογικά πάει κάπως αλλιώς, μήπως απλά άργησε να δει, ή άργησε "αυτό" να φτάσει σε κείνη; Το κορίτσι που φορούσε πάντα πυτζάμες ένιωθε μεγάλη χαρά και ενέργεια κι όταν κάποιες φορές κουραζόταν, η κούραση ήταν φοβερή κι αβάσταχτη. Το κορίτσι μπορούσε να συμβιβαστεί. Με τον έρωτα! Της έπεφτε λίγος, βιαστικός, βαρετός, ψεύτης. Είχε μάθει από τότε που φορούσε πάνες πως ο έρωτας είναι τρελός αγέρας που τα σηκώνει όλα, όμως κανέναν δεν είχε δει να παλεύει να πιαστεί από ένα δέντρο ή έστω να πετάει. Είναι πολύς, της έλεγαν, δε χωράει πουθενά όμως εκείνη τον χώρεσε στο πρόγραμμα, ήταν βιαστικός τον κράτησε παραπάνω, ήταν βαρετός και ψεύτης προσπάθησε να τον αλλάξει. Της τα επιβεβαίωσε όλα.
Το κορίτσι που φορούσε πάντα πυτζάμες μεγάλωσε λίγο, τόσο όσο οι συνομήλικοι της να μην της μιλούν, οι μεγαλύτεροι να τη συμβουλεύουν σαν παιδί και οι μικρότεροι να τη θέλουν φίλη κι αδερφή τους. Το κορίτσι που φορούσε πάντα πυτζάμες ήλπιζε ακόμα πως ο έρωτας είναι όλα αυτά που της είπαν κι όχι, όλα εκείνα που της απέδειξε.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Σιχάθηκα [07/07/2014]

Σιχάθηκα τη μαζική μαλακια. Σιχάθηκα την απόκρυψη κάθε αλήθειας.
Σιχάθηκα τα σιχαματα, τους ρουφιάνους, τους βολεμένους, εμένα την ψύχραιμη.
Σιχάθηκα τα κοράκια που μας θάβουν πριν πεθάνουμε. Τα παιδιά που μεγαλώνουν κ τους λεμε ψέμματα. Σιχάθηκα την ελπίδα, τη δίψα, τη λογική, το θάρρος. Σιχάθηκα το παραμύθι που μας έμαθαν και δε θα υπάρξει ποτε, δεν υπήρξε ποτε και πουθενά. Με σιχάθηκα που όλα αυτά τα σιχάθηκα. Κι ένας σκύλος κλαίει ακομα μονότονα. Και σβήνω το τσιγάρο μου. Λέω πάλι "όλα τα σιχάθηκα" όμως όχι εσένα. Κι αναθεωρώ και σκέφτομαι ότι υπάρχουν διαφορετικές μαλακιες, αλήθεια, ηρεμία, ζωή, ελπίδα, νερό και παραμύθι.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Θα σε κρεμάσουν τα παιδιά σου [24/06/2014]

Τρίτη μεγαλύτερη πόλη στην Ελλάδα. Ενοχή. Διατυπώνω το αμάρτημα να ενοχλούμαι με τα ναρκωτικά, τους δήθεν κουλτουριαρηδες, τον τιποτένιο ελληναρα που ξενύχτια με τη χαρά της νίκης της εθνικής στο Μουντιάλ, με τους νέους που αγωνιούν για έναν καλο γάμο, με το χρήμα, με τη δόξα, με τη νύχτα, με τη μέρα με τον Καφέ μου που ζεστάθηκα και τη ζέση που δεν αντέχω. 
Ξερεις εγω δεν έχω πρόβλημα με τις φάσεις των ανθρώπων έχω με τις φάσεις που μένουν μόνιμα σα βεβααιοτητες στα πρόσωπα αδειών απο αισθήματα και επιχειρήματα ανθρώπων. Οι φυλακισμένοι κάνουν απεργία πείνας για τα λευκά κελιά που η κυβέρνηση σου θελει να περάσει, το ειπε κ ο Θανάσης αλλα εσυ αγωνιούσες για το ματς. Εσυ ο τιποτένιος ελληναρας που πανηγύριζεις και ακομα χειρότερα αισθάνεσαι εθνική υπερηφάνεια για την εθνική σου. Την ίδια ωρα που μετανάστες πνίγονται στο Αιγαίο, κάποιος επιχειρηματίας μετράει τα κέρδη του απο το θάνατο που σκόρπισε με το τελευταίο φορτίο κόκας εσυ ο σκατας νιώθεις καλα που ο τάδε έβαλε γκολ και δε θα σε χάλαγε αν κ ο μικρός είχε ταλέντο στη μπάλα μπας κ γλιτώσεις πανεπιστήμια και λοίπες ταλαιπωρίες. Βάλε τώρα στο μηχανάκι σύζυγο κ δυο παιδιά να τα πας ολιγοήμερες διακοπές κατα τις οποίες θα βλέπεις μπάλα κ κανά μπούτι στην παραλία ενώ τα χρυσα σου θα αγωνιούν για το μέλλον του σουλειμαν. Και φυσικά χαίρομαι που τα παιδιά θα έχουν επαφές με γύρω πολιτισμούς, όμως την ίδια ωρα - πως το κανείς βρε μπαμπεση- γίνονται μικροί ανιστόρητοι ρατσιστές. Δε ζητάω τα ρέστα απο την τηλεόραση που μονο μαλακιες βάζει αλλα εσυ πραγματικά πόσο μαλακας εισαι; Πολιτικοί χώροι, άνθρωποι του πνεύματος κ του οινοπνεύματος, καλλιτέχνες κ κακοτεχνιτες ίσως και κανά δυο γείτονες τόσα χρόνια προσπαθούν να σε ξυπνήσουν απο το λήθαργο και να σε κάνουν άνθρωπο, να σου πουν ποσά πολλα σου ανήκουν κ με ποσά λίγα νιώθεις άρχοντας. Δεν τρέμουν οι δρόμοι σου απο χαρούμενα παιδιά, απο ζωντανούς νέους, απο ζωγράφους και ποιητές αλλα απο εθνικά ηλίθιες κορνες ανοητων που τους ποτισαν εθνική μαλακια. Περηφάνε έλληνα, άτυχοι οι πρόγονοι σου μα ακομα πιο άτυχα τα παιδιά σου. Για κείνα θλίβομαι, σε κείνα ελπίζω και σε μας τους "ενόχους". Πως θα ρθει μια μέρα που θα στόλισουν τους δρόμους σου με πίνακες κ έργα τέχνης, θα πιούμε φρέσκο γάλα θα χαμογελάσουν θα ανταλλάξουν παραμύθια και θα σε φτύσουν στα μούτρα. Μα κι αυτά τα παιδιά μαζί σου αποφασίσες να τα μεγαλώνεις. Σε θεωρήσεις εξαίρετο δείγμα κ είπες να πολλαπλασιαστεις. Ανέβασε τα τώρα στην ταράτσα να φωνάζουν γκοοοοοοοολ και την Κυριακή μετα την εκκλησία δείτε σεχραΖατ. Δηλώνω περήφανα και για πάντα απέναντι σου, κόντρα στη σαπίλα σου. Είμαστε αντίπαλα στρατόπεδα κι ετσι θα παραμείνουμε μέχρι τη νίκη γιατι όσο εσυ έβλεπες μπάλα εγω μιλούσα με τα παιδιά σου.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Φωνή Α [28/05/2014]


Εγώ που δεν έχω τίποτα να θρηνήσω.
Καμιά πληγή να επουλώσω.
Κανένα παράπονο να πω.
Καμιά ιδέα να λάμψει.
Κανένα παραμύθι φανταστικό.
Καμιά ζωή ανεκτίμητη.
Κανένα φιλί να με μέθυσε.
Εγώ μπορώ να ζω λεύτερη.

Μόνο μερικές φορές.
Έρχεται από μακριά μια μελωδία.
Λιώνει την ψυχή μου.
Γκρεμίζει το κάστρο μου.
Υπαγορεύει τις λέξεις και τις πράξεις μου.
Για λίγο μόνο.

Είναι μια φωνή ανύπαρκτή.
Φανταστική σαν εκείνες της Ιωάννας.
Μπορεί και να υπάρχει.
Με κάποιο τρόπο.
Μα του μαθαίνω από τώρα να παύει.
Μην κλαίς και μη γελάς.
Όπως λέει κι ο ποιητής.
Είναι νωρίς στον κόσμο αυτό.
Για να 'ρθεις.

Ιδέα [28/05/2014]

Πενθήσαμε για τα όνειρα που βάλαμε στη ντουλάπα.
Για τα σχέδια, που κλείσαμε σε φακέλους.
Για τις σχέσεις που σφραγίσαμε σε χαρτόκουτα.
Θρηνήσαμε με μουσικές που αρμόζουν κάθε φορά στην περίσταση.
Είπαμε και καλά ότι μεγαλώσαμε.
Είχαμε εμπειρία να προσφέρουμε.
Μουσικές να παίξουμε.
Χρώματα να απλώσουμε.
Κι ένα αρμυρό και ζεστό απόγευμα.
Είδαμε τη μάνα μας με τη φίλη μας.
Να τις χωρίζει μισός αιώνας.
Και να χαίρονται που η μικρότερη είναι καλλιτέχνης
και η μεγαλύτερη έχει λόγο να φορέσει το ζωγραφισμένο καπέλο και να καμαρώνει.
Κι ήμουν στη μέση και μισή.
Μια αφορμή για να γιορτάσουν τους λόγους τους.
Μια έμπνευση για το πανηγύρι τους.
Κι ήμουν ευτυχής.
Δεύτερη φορά που 'μουν ιδέα.
Και μου ρθε στο μυαλό η πρώτη.
Τότε που η μικρή δεν υπήρχε.
Κι η μεγάλη ήταν νεότερη.
Κι εσύ με έπλασες.
Ιδέα στο ξεροκέφαλο σου.

Καλά κρασιά [28/05/2014]

Οι νύχτες των γενεθλίων.
Τι θλιμμένες νύχτες.
Μοναχικές πάντα.
Διάτρητος κι ανίκανος να απορροφήσεις.
Περιπλανώμενος.
Δίχως σημείο αναφοράς.
Ένα πρόχειρο flashback.
Ενός ακόμα χρόνου.
Λίγη μουσική.
Λίγο αλκοόλ.
Όσο μεγαλώνεις όλο και περισσότερο.
Μια όμορφή ή ένας γοητευτικός που έχασες.
Δυο τρια πακέτα τσιγάρα, να 'χουμε.
Ποιός στρίβει τέτοιες ώρες;
Λίγα όνειρα.
Τα πολλά τα κόψαμε.
Λίγο γελάκι να δείξουμε τη χαρά.
Λίγο φλέρτ μη μας πούνε και μαμούχαλους.
Γλυκό σπιτικό κι όλα καλά.
Έτσι κι αλλιώς, αύριο, μόνο εσύ και η τούρτα που έμεινε στο ψυγείο,
θα θυμάστε, βρε μαλάκα.
"Χρόνια πολλά απαραίτητα".

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ιδιοκτήτης Σάρκας [28/04/2014]

Στην καρδιά της νύχτας.
Μια γωνία ξαγρυπνά το σώμα.
Κουράζει το μυαλό.
Και λαχανιάζει την καρδιά.
Είναι η απουσία ή η απώλεια.
Είναι τα χέρια που δε διπλώθηκαν γύρω από το λαιμό.
Να πνίξουν τους καημούς και τους λυγμούς.
Αναφιλητά να αφεθούν στον άνεμο.
Να τα κάψει η φλόγα του κεριού μου.

Αυτές τις ώρες ζητάμε ένα τσιγάρο κι ένα πνιγμό.
Ένα τσιγάρο να μοιραστούμε.
Δύο χέρια να επιβεβαιώσουν ότι ανήκουμε.
Η σάρκα δεν ξέρει φιλοσοφία και μαθηματικά.
Μόνο ιστορία.
Απαιτεί να γνωρίζει τον τύραννο και αφέντη της.

Να μην σαπίζει άλλο μόνη.
Βουτηγμένη σε αίμα, δάκρυ και τοξικό υγρό.
Να πλένεται από φιλιά.
Να στεγνώνει από ανάσες.
Να μην τυλίγεται από ύφασμα, μα από χέρια γυμνά.

Είναι ο προορισμός της.
Να ανήκει.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

[03/04/2014]


Μεταλλάσομαι και ομορφαίνω.
Εξωτερικά δε με νοιάζει.
Ας μου μοιάζω.
Η ομορφιά μέσα μου ήθελα να νικά.
Να λάμπει και να μοιράζεται.
Χαοτική όπως κάθε εσωτερική ομορφιά.
Με αποσπά και με καταδυναστεύει.
Μου επιτίθεται σαν βέλος.
Τρυπά τις πιο σταθερές μου πλευρές.
Μετατρέπομαι σε ένα αδύναμο, αχρείο πλάσμα.
Με έβαλαν να με υποτιμώ, να μας υποτιμώ.
Όμως το σύμπαν μου ανήκει.
Και με κατακτά.
Κι ύστερα μένουν δυο, τρεις κόκκοι άμμου.
Η αλλαγή έρχεται με χέρια πολλά.
Τι να φτουρίσουν δυο-τρεις κόκκοι άμμου.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Βαρετά [25/03/2014]

Ξυπνούσα τα πρωϊνά. Έφτιαχνα τον καφέ με την νεκρική γεύση. Χαμογελούσα σ' ότι δεν κουβαλούσε λογική και κρίση. Κλεινόμουν στο κλουβί μου. Ίσα με την ώρα της λίγης λευτεριάς μου. Πατούσα κουμπάκια. Ήταν καλά. Καμιά φορά ξεκλείδωνα το κλουβί νωρίτερα. Προλάβαινα το φούρνο. Αγόραζα ψωμί. Περπατούσα αργά μέχρι το σπίτι. Ήταν σκοτεινό. Άναβα φως. Ζέσταινα λίγο το φαγητό, έκοβα λίγο ψωμί. Έτρωγα γρήγορα. Κάπνιζα ένα τσιγάρο. Ξάπλωνα μια ώρα. Το απόγευμα ξανά τα ίδια. Κλουβί-φαί-ύπνος. Έτσι μπήκα στην εφηβεία. Έγινα ενήλικη. Μα έζησα πλούσια και ευτυχισμένα. Στο μυαλό μου όλα αυτά συνέβαιναν όμορφα. Έτρεχα, ταξίδευα, μάζευα στιγμές. Και έμοιαζε πιο σπάνια με παράδεισο. Σαν σε συναντούσα....

Χωρίς ειρμό [25/03/2014]

Κι είν' η αποστροφή μου πιο μεγάλη,
απ' την αγάπη που σου 'δειξα.
Είναι το σώμα μα κυρίως η ψυχή σου,
πιο ανύπαρκτη από τα πρώτα μου δάκρυα.
Είναι τα ταξίδια που έκανα για να σε μάθω,
πιο πολλά από εκείνα που εσύ ονειρεύτηκες.
Κατέκτησα τη σοφία της ανημπόριας
και την δειλία του λογικού.
Μα είχα τα όπλα να σε κατηγορώ,
να σώσω τη ζωή μου από την μαρτυρική φυλακή των φίλων.
Μπόρεσα να κοιτάξω μπόλικα ζώα στα μάτια
και είδα τον εαυτό μου.
Κτήνη άγρια και ήμερα μια γεύση από μέσα μου.
Ηδονική ευτυχία με κατέκλυζε στις αποτυχίες.
Ευτυχία γιατί βασίλευε η ανημπόρια.
Χαρά οργασμού το όργωμα των δυνατών.
Λες κι αυτό τα εξηγούσε όλα.
Σε ένα βαθμό το έκανε.
Και κοιμόμασταν φοβισμένοι μα ήρεμοι.
Μια ηρεμία αποτυχίας, θλίψης και δυστυχίας.
Αιώνια επιβεβαίωση ότι γεννηθήκαμε σκλάβοι.
Σηκώσαμε το κεφάλι, μέχρι την σκεπή κοιτάξαμε.
Ούτε λόγος για ουρανό.
Μόνο καμιά φορά ζεσταίναμε τη σιχαμένη μας ύπαρξη
αρμέγοντας έναν όμορφο ήλιο.

Μια γυναίκα που ίσως υπήρξε [23/03/2014]

στιγμιότυπο από την ταινία Code 46

Θυμάμαι μια γυναίκα.
Τότε παλιά.
Τη γνώρισα ντυμένη με χρώματα της γης.
Γδύθηκε μπρος μου.
Κι ήταν τα χέρια μου πύρινα.
Δε την άγγιξα.
Δε την έκαψα.
Στο σάπιο της χαμόγελο βρισκόταν μια κακή και μια αγνή στιγμή.
Ένας φόνος κι ένα φτερούγισμα στο βλέμμα.
Μια οδύνη και μια απόλαυση στο σώμα.
Της έμαθα, αν όχι εγώ, τότε ποιός, να λυπάται τον εαυτό της.
Δε μετάνιωσε ποτέ.
Κι αν το έκανε, δε το 'μαθε κανείς.
Το έβλεπες όμως εύκολα.
Χανόταν το φως από τα μάτια της, ο διχασμός από τη ζωή της.
Κι όσο εκείνη χανόταν χιλιάδες ζωές ανηφόριζαν
προς την κορυφή του βουνού που εκείνη αγνόησε.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Δημιουργώντας πιθανότητα [17/03/2014]

Θέλω για κείνους π' αγαπώ,
να είμαι εκεί για λίγο.
Να δρω με τρόπο διακριτικό και γρήγορο.
Ίσως όχι επειδή τους αγαπώ.
Μα επειδή ζω μαζί τους ένα είδος έρωτα.
Υπάρχω κοντά τους.
Ερωτευμένη με αυτό που είναι.
Η μοναδική προσφορά που θεωρώ ότι αξίζει.
Είναι αυτή η μια.
Σπάνια οι άνθρωποι μας τη δίνουν.
Προτιμούν να μας συμβουλεύουν.
Να μας προτείνουν.
Όμως δε μας δημιουργούν ποτέ πιθανότητες.
Δε μας ανοίγουν ποτέ ένα δρόμο.
Μας νουθετούν πως να το κάνουμε.
Κι εμείς είτε τους ακούμε είτε όχι.
Όμως ποτέ κανείς πραγματικά.
Δε σήκωσε το βάρος.
Δε μας ερωτεύτηκε τόσο.
Για να μας δημιουργήσει πιθανότητα.
Έτσι, καταλήγοντας.
Είμαι ερωτευμένη μαζί σου.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Μια στιγμή παρακμής [16/03/2014]

Αποδεχόμενη μόνο τη ρουτίνα μπορώ να δικαιολογήσω την απήχηση που εκδηλώνουν οι γύρω μου για την ντάπα ντούπα μουσική ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το μονότονο beat που μετουσιώνει τη μουσική σε λάθος και την ποίηση σε ανούσιες λέξεις συνδεδεμένες με τρόπο αξιοσημείωτα άσχημο. Ένα τουκ τουκ σε μια αόρατη και θεόρατη πόρτα, φτιαγμένη από βαρύ υλικό και με δυσκολία κάπου πίσω από την πόρτα κραυγές και λέξεις που θυμίζουν κάποια γνωστή γλώσσα για την οποία ποτέ δε θα βεβαιωθείς. Ήχοι πριονιών, καρδιογραφημάτων, τούβλων που σπάνε καθώς πέφτουν από μεγάλο ύψος και όλα αυτά να γίνονται πάνω στον βασικό ρυθμό ενός μονότονου χτυπήματος.
Η παρακμή της μουσικής.

Νέοι και λίγο μεγαλύτεροι, κακοί χορευτές ακολουθούν τον εύκολο μονότονο ρυθμό, ζώντας ένας θεός ξέρει τι. Αδυνατούν να επικοινωνήσουν είτε λεκτικά, είτε με τη γλώσσα του σώματος, μιας και το τόσο αφόρητα βαρετό μπιτ τους κρατά σ' ένα συγκεκριμένο ρυθμό ρομποτικής διάστασης, έτσι ακόμα και τα πιο λεπτά κι εύθραυστα συναισθήματα υπάγονται στη μηχανική ροή του περιβάλλοντα χώρου. Σκέφτομαι ότι θα βοηθούσαν έναν εργάτη να κρατά τον ρυθμό στη δουλειά του και να αυξάνεται η παραγωγή του, αλλά σίγουρα δε θα βοηθούσε λουλούδια να ανθίσουν, αγελάδες να γεννήσουν, ζωγράφους να ζωγραφίσουν και χορευτές να χορέψουν.
Η παρακμή μιας τάσης.

"Έτσι κι έτσι", με μεγαλύτερη ακρίβεια "δεν είν' κακό", μια μετριότητα στο χώρο, τον χρόνο και την τάση. Καφέ τύπου lounge, χαρακτηρισμός που έτσι κι αλλιώς με ξεπερνά, χωρίς καμία ιδιαίτερη διακοσμητική προσπάθεια, μόνο κάτι πλαστικά σώματα που κρέμονται από το ταβάνι και τα νιώθω να συμφωνούν μαζί μου καθώς τα κοιτάζω, ψάχνουν κι αυτό έξοδο διαφυγής. Ασυναρτησία διακοσμητική και πελατειακή. Με διαφορές που αγγίζουν το ανώτατο ύψος και το κατώτατο βάθος.
Η παρακμή ενός χώρου.

Η χειρότερη και πιο θλιβερή απ' όλες τούτες τις παρατηρήσεις είναι η κατάσταση του διεξόδου. Άνθρωποι που συσχετίστηκαν άλλους κι έτσι βρέθηκαν εκεί, μη έχοντας καν την ευκαιρία να διαλέξουν κάτι άλλο. Γιατί είναι σκληρός κι επώδυνος ο δρόμος της επιλογής και ελάχιστοι εκεί μέσα έμοιαζαν να θέλουν να τον δουν. Βολεύτηκαν αναπαυτικά στην παρακμή μιας εποχής. 

Είμαι μακριά από αυτό πια και χαίρομαι για την μετριότητα τούτης της γραφής μιας και ταιριάζει απόλυτα στη μετριότητα εκείνης της στιγμής.

Ανοιξιάτικο φεγγάρι βουτηγμένο στο αίμα [16/03/2014]

Μια πανσέληνος.
Ένα γεμάτο φεγγάρι.
Πνιγμένο στο αίμα.
Λίγα γεμάτα φεγγάρια.
Θυμάμαι χωρίς αίμα.
Να περιμένω να περάσει η νύχτα.
Να σβήσει το φεγγάρι.
Ναι, ναι αυτό το βάσανο λέω.
Να τ' αγκαλιάσει το φως.
Οι νύχτες για μένα είναι μέρες.
Άλλοτε χρόνια κι αιώνες.
Δεν περνάνε.
Συνεχίζονται ακόμα.
Και περιμένω.
Ότι η αυγή που θα ΄ρθει.
Θα ροδίσει το παγωμένο μου σώμα.
Θα το βάλει να φτιάξει μια σκιά.
Θα φωτίσει ένα δρόμο.
Χρόνια μπλοκαρισμένο εντός μου.
Θα περπατήσω.
Με γεμάτο φεγγάρι.
Τα πόδια σχεδόν θα χορεύουν.
Ο δρόμος εντός μου.
Θ' ανοίξει.
Τα πνευμόνια θα γεμίσουν αέρα.
Και τούτη η πρώτη φετινή ανοιξιάτικη γεμάτη σελήνη.
Θα παρηγορήσει.
Θα σώσει.
Η' θα θυσιάσει.
Ό,τι αξίζει.
Σε μια φωτιά που άναψα.
Καθώς χάραζε.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

μισό τσιγάρο καύλα [12/03/2014]

όσο διαρκεί μισό τσιγάρο.
χρειάζομαι για να πω την ιστορία σου.
μια φάση διατηρούμενη από αρνήσεις.
σε βρήκα στη σκάλα.
κάπνιζες κι έπινες.
τα μάτια σου.
ένα ερωτικό μεθύσι μίσους.
με ήθελε η ζωή σου.
με απέρριπτε η ζωή σου.
ένιωσα το χέρι σου.
και το σώμα μου να τρέμει.
μ' εκδικήθηκες.
εκείνη τη στιγμή.
φλερτάραμε για αιώνες.
πηδιόμασταν με τα μάτια.
σ' έναν απίστευτο, αέναο χορό.
δεν ξεμεθύσαμε ποτέ.
τελευταία τζούρα.
άντε γαμήσου.

υ.γ. αφιερωμένο στην ανυπαρξία 

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Σταθερά [06/03/2014]

Οι στιγμές μου.
Είναι μετρημένες.
Με γκρίνιες, σκοτούρες, ανέραστους αστούς
και τσιγάρα.
Ήπιαμε πολύ.
Σκέφτηκαν λίγο.
Κι απέμεινα μόνη σε μια συνολική έλξη.
Μεταξύ ανθρώπων κι αντικειμένων.
Υλικών και θηλυκών.
Λίγων η φύση πόθησε τ' άυλα.
Κατηγόριες μόνο ήξεραν να ομολογούν.
Κι εγώ που στάθηκα σε μιαν άκρη.
Να μετριάσω την απόσταση και το χάσμα.
Εμένα με είπαν βράχο.
Πέτρα ξεροκέφαλη.
Μα ήμουν φάρος.
Που δίχως εμέ.
Θα γκρεμοτσακιζόσασταν.

ΜΗΝΥΜΑ ΑΧΡΩΜΟΥ ΘΥΜΟΥ [05/03/2014]

Χθες το βράδυ, αργά.
Αναρωτιόμουν.
Ξεβάφουν άραγε τα συναισθήματα;
Γίνονται άχρωμα και βαρετά;
Περνούν πίσω μας, τα βλέπουμε
και γκαζώνουμε για αλλού;
Γιατί περνάς συχνά κι αντί να χάνεσαι εσύ,
χάνομαι εγώ.
Μαθημένη απ' τα χρόνια.
Από την αρρωστημένη ουδετερότητα κι ακινησία τους.
Χωρίς καμία στιγμή δυνατή μα μήτε κι αδύναμη.
Ξοφλημένη από φίλους που με νοιάζονται.
Γελασμένη από όλους κι απ' όλα.
Φεύγω γρήγορα.
Τώρα πια όχι από άγχος κι αμηχανία.
Μα από πλήξη που σάπιος υπήρξες κι εσύ.
Όπως όλοι.
Εξυπηρέτησες τη χάρη των στιγμών σου.
Έτσι τώρα σε αποβάλλω εγώ.
Και δόση για να φτιάχνεσαι δε θα βρεις πουθενά.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Δια τούτο πίνω [31/01/2014]


Στα νέα φεγγάρια.
Στις νέες μέρες.
Στα όμορφα που μ' άφηνες
να ονειρεύομαι όσο ήμουν
-για σένα- παιδί.
Σε όλα αυτά που ήρθαν
κι άφησαν μια γλυκιά νοσταλγία.
Στη ζωή που ζούμε χώρια μαζί.
Σε όλα αυτά που δεν μπόρεσα να σου ευχηθώ.
Και σε εκείνα που νύχτες με βρεγμένα μάτια
ευχήθηκα λυσσασμένα να έρθουν.
Στους φόβους που με καθιστούν
παιδί με εφαρμοσμένες ειδικές αδυναμίες.
Στα θαρραλέα που λιποθυμούσα νωρίς.
Και σε εκείνα τα απότομα μαγκώματα
των οστών και των μυών
σα νομίσω πως σε είδα.

Για όλα τούτα, συν χίλια άγραφα ακόμα, πίνω.
Για την ψευδαίσθηση πως στην επόμενη γουλιά ζωντανεύουν.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Σαν εμείς. [29/01/2014]


Οι άνθρωποι μας.
Οι δικοί μας άνθρωποι.
Θα μας αγαπούν.
Θα μας πονούν.
Θα μας θυμώνουν.
Θα μας ερωτεύονται.
Κι ίσως θα μας μισούν.
Πάντα σε υποκειμενικές μα μιλημένες ποσότητες.

Θα πενθούμε την απόσταση.
Βαθιά και ουσιαστικά.
Θα γιορτάζουμε το "μαζί".
Βαθύτερα και μοναχικότερα.

Οι δικοί μου άνθρωποι.
Οι δικοί σου άνθρωποι.
Οι άλλοι για τους άλλους.
Κι εμείς για μας.
Ολόκληροι, μισητοί και αδύναμοι.
Μαχόμαστε αιώνια για αγάπη.
Σαν μάνα και κόρη.
Σαν εραστές.
Σαν θύματα και θύτες.

Πάντα "σαν".
Πάντα εμείς.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Το τίποτα μου για μια αγκαλιά [26/01/2014]


Πέρασαν τόσα πολλά χρόνια.
Τα βλέπω πάνω μου.
Στις ζάρες των χεριών μου.
Η μάνα γκρινιάζει και γερνάει.
Μαζί της κι εγώ.
Γκρινιάζω και γερνάω.
Είναι φορές που εύχομαι να φύγω.
Τόσα χρόνια χωρίς μιαν αγκαλιά.
Να μείνω εκεί και να κλαίω.
Είναι βαρύ το φορτίο.
Στο 'χω ξαναπεί.
Συ το ξέρεις.
Έκανα τόσο δρόμο.
Κι όμως γύρισα πίσω.
Στο αλκοόλ που δε με πιάνει,
στα στριφτά μου που πέφτουν το ένα μετά το άλλο
και τα καταπίνω πριν καν βγουν,
κι είμαι από κείνους που δε χάνουν,
αλλά διώχνουν.
Διώχνουν όσους αγαπούν
σαν μια προσωπική τιμωρία.
Κι ύστερα εκείνοι παύουν να αγαπούν
και το παιδί μαθαίνει από τα λάθη του.


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Μονόλογοι [13/01/2014]


Στους εξαντλητικούς κι ατέλειωτους μονολόγους.
Υπάρχει μια πληθώρα επιχειρημάτων.
Αντιμετωπίζω τον αόρατο συνομιλητή μου.
Προβάρω τις ατάκες μου μια και δυο φορές.
Χαμογελάω.
Βουρκώνω.
Ειρωνεύομαι.
Διαδραματίζεται μπροστά μου.
Μια ζωή με τόσες ελλείψεις.
Με την έντονη κυριαρχία του αρώματος.
Του αόρατου συνομιλητή.
Μια πληθώρα όνειρα κάτω από την μασχάλη.
Σαν την κυριακάτικη εφημερίδα.
Που δεν διάβασα ποτέ απέναντι σου.
Μετά έρχεται η βροχή.
Γαργαλάει την ατμόσφαιρα.
Φέρνει μυρωδιά βρεγμένου τσιμέντου
και νυχτολούλουδου ή γιασεμιού
ή τη δική σου μυρωδιά.
Δε θα ξεχωρίσω ποτέ τι δεν σε ορίζει θεό.
Ξέρω όμως την ευλογία.
Τον όρκο και την κατάρα.
Οι μονόλογοι συνεχίζονται.
Σου απαντώ.
Και καταφέρνω και να σου θυμώνω που λες.

Για τη στιγμή [05/01/2014]


Περνούσαν τα χρόνια.
Κι εγώ καθόμουν ήρεμη.
Ήξερα πως υπήρχες για μένα.
Κι εγώ υπήρχα για σένα.
Κι όλη η ζωή μας.
Ένα διάλειμμα.
Μέχρι να βρεθούμε.
Και βρισκόμασταν καμιά φορά.
Κι ήταν ό μ ο ρ φ α.
Πιο γλυκά κι από το μέλι.
Κι έφτανε.
Ίσως γι' αυτό δεν είμασταν μαζί.
Γιατί ζήσαμε μια ζωή.
Για μια στιγμή.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ [31/12/2013]


Γράφεις κάθε χρόνο, βρε πατέρα.
"όλα θα πάνε καλά"
Επιμένεις να 'σαι αισιόδοξος.
Κι ας πνίγεσαι στο άγχος κάθε μέρα.
Από παιδί μαϊμούδιζα την αισιοδοξία σου.
Έλεγα για να το λέει ο πατέρας μου...
Είμαι και κοριτσάκι.
Ακούμπησα από τη μέρα που είδα φως.
Στα αισιόδοξα χέρια σου.
Κι έψαξα την ελπίδα στους ανθρώπους.
Ήταν θλιμμένοι κι ήθελα να γελάν.
Αργότερα την έψαξα στον έρωτα.
Ήταν δειλός και τον ονειρευόμουν ήρωα.

Με τα χρόνια τα μόνα που δε με πρόδωσαν.
Ήταν τα χέρια σου.
Κατάλαβα ότι η ζωή μόνο ευχάριστη δεν είναι.
Είναι όμορφη μα σκληρή.
Ένα γοτθικός ρομαντισμός.
Μαύρα τριαντάφυλλα και τα συναφή.
Κι έπειτα έλεγα "μα δε μπορεί".
Όλοι με τις ίδιες ταινίες μεγαλώσαμε.
Κι εγώ, κι εσύ, κι εκείνοι.

Όπως και να 'χει κάτι τέτοιες νύχτες,
σε ευχαριστώ κι ας μην ήταν όλα ροζ,
όπως μου υποσχέθηκες,
ήσουν εκεί κι αυτό τα έκανε
να ροζίζουν.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΟΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΦΕΤΟ [31/12/2013]



Αλήθεια σου λεγα.
Το ξέρεις.
Στέρεψαν τα λόγια.
Σοβαρά.
Τι να ρωτήσω;
Τι να απαντήσω;
Δε λέω πως γέρασα.
Μα ξεχνώ.
Όλο κι όλο που θελα.
Να 'ταν κείνο ευτυχία.
Να 'σουν ευτυχής.
Και έχανα συχνά το στόχο μου.
Πέρα απ' όλα τα γυναικεία πάθη.
Τούτη ήταν πάντα η μεγάλη μου έγνοια.
Να βλέπω, να νιώθω.
Ότι όλα είναι ευτυχία.
Όχι για μένα.
Γύρω σου.
Έβρισα πολύ και φέτος.
Για τις στερήσεις και τις υποχρεώσεις.
Μα μου φτανε να ξέρω.
Πως είσαι συ καλά.

ΧΡΟΝΕ ΜΠΑΓΑΣΑ [31/12/2013]


Άκου να σου πω καλέ μου χρόνε.
Το είπε και το αδέρφι μου.
Χωρίς να ξέρει πόση εμπειρία έχω.
Να οραματιστούμε εμείς για να μαλακιστείς εσύ.
Τρεις ώρες σου 'μειναν.
Ακόμα ξεροκέφαλος.
Και θυμάμαι και πέρυσι τι έγινε.
Μη σου πω και πρόπερσι.
Μπουλσιτ! Που λένε και οι αμερικάνοι.
Πας, έρχεσαι, περνάς, αλλάζεις αριθμό.
Κι εμείς σαν καλά ζώα-οραματιζόμαστε.
Όχι λάθος. Ονειρευόμαστε.
Αν ζούσε ο άνθρωπος μόνο με το νου
θε να 'μαστε αέρας.
Μα είμαστε χώμα και φωτιά.
Καίνε οι σάρκες και τα λαρύγγια μας.
Από πληγές με αίματα,
από φωνές και πόθους.
Τέρμα οι σιωπές του οραματισμού,
του διαλογισμού, του ό,τι να 'ναι.
Φωνές πια!
Μόνο φωνές!
Δυνατές, βραχνές, ντόμπρες και θυμωμένες.
Γεμάτες πάθος και λάβα.
Από εμάς, που καιρός είναι
να γίνουμε θεριά ανήμερα.
Να ματώσουν τα χέρια μας,
από τις αγκαλιές.
Να βγουν τα μάτια μας,
από τα δάκρυα. Κείνα της χαράς.
Να γδάρουμε τα πόδια μας,
πηγαίνοντας σε κείνους που αγαπάμε.
Κι ύστερα ποιός νοιάζεται
αν έρχεσαι ή αν φεύγεις βρε μπαγάσα.
Εμείς υπήρξαμε ζωντανοί.
Κι όλα τα άλλα κράτα τα να μας θυμάσαι.
Κι αν δεν υπήρξαμε.
Γυρεύουμε ήδη την εκδίκηση μας.