Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Σαν εμείς. [29/01/2014]


Οι άνθρωποι μας.
Οι δικοί μας άνθρωποι.
Θα μας αγαπούν.
Θα μας πονούν.
Θα μας θυμώνουν.
Θα μας ερωτεύονται.
Κι ίσως θα μας μισούν.
Πάντα σε υποκειμενικές μα μιλημένες ποσότητες.

Θα πενθούμε την απόσταση.
Βαθιά και ουσιαστικά.
Θα γιορτάζουμε το "μαζί".
Βαθύτερα και μοναχικότερα.

Οι δικοί μου άνθρωποι.
Οι δικοί σου άνθρωποι.
Οι άλλοι για τους άλλους.
Κι εμείς για μας.
Ολόκληροι, μισητοί και αδύναμοι.
Μαχόμαστε αιώνια για αγάπη.
Σαν μάνα και κόρη.
Σαν εραστές.
Σαν θύματα και θύτες.

Πάντα "σαν".
Πάντα εμείς.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Το τίποτα μου για μια αγκαλιά [26/01/2014]


Πέρασαν τόσα πολλά χρόνια.
Τα βλέπω πάνω μου.
Στις ζάρες των χεριών μου.
Η μάνα γκρινιάζει και γερνάει.
Μαζί της κι εγώ.
Γκρινιάζω και γερνάω.
Είναι φορές που εύχομαι να φύγω.
Τόσα χρόνια χωρίς μιαν αγκαλιά.
Να μείνω εκεί και να κλαίω.
Είναι βαρύ το φορτίο.
Στο 'χω ξαναπεί.
Συ το ξέρεις.
Έκανα τόσο δρόμο.
Κι όμως γύρισα πίσω.
Στο αλκοόλ που δε με πιάνει,
στα στριφτά μου που πέφτουν το ένα μετά το άλλο
και τα καταπίνω πριν καν βγουν,
κι είμαι από κείνους που δε χάνουν,
αλλά διώχνουν.
Διώχνουν όσους αγαπούν
σαν μια προσωπική τιμωρία.
Κι ύστερα εκείνοι παύουν να αγαπούν
και το παιδί μαθαίνει από τα λάθη του.


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Μονόλογοι [13/01/2014]


Στους εξαντλητικούς κι ατέλειωτους μονολόγους.
Υπάρχει μια πληθώρα επιχειρημάτων.
Αντιμετωπίζω τον αόρατο συνομιλητή μου.
Προβάρω τις ατάκες μου μια και δυο φορές.
Χαμογελάω.
Βουρκώνω.
Ειρωνεύομαι.
Διαδραματίζεται μπροστά μου.
Μια ζωή με τόσες ελλείψεις.
Με την έντονη κυριαρχία του αρώματος.
Του αόρατου συνομιλητή.
Μια πληθώρα όνειρα κάτω από την μασχάλη.
Σαν την κυριακάτικη εφημερίδα.
Που δεν διάβασα ποτέ απέναντι σου.
Μετά έρχεται η βροχή.
Γαργαλάει την ατμόσφαιρα.
Φέρνει μυρωδιά βρεγμένου τσιμέντου
και νυχτολούλουδου ή γιασεμιού
ή τη δική σου μυρωδιά.
Δε θα ξεχωρίσω ποτέ τι δεν σε ορίζει θεό.
Ξέρω όμως την ευλογία.
Τον όρκο και την κατάρα.
Οι μονόλογοι συνεχίζονται.
Σου απαντώ.
Και καταφέρνω και να σου θυμώνω που λες.

Για τη στιγμή [05/01/2014]


Περνούσαν τα χρόνια.
Κι εγώ καθόμουν ήρεμη.
Ήξερα πως υπήρχες για μένα.
Κι εγώ υπήρχα για σένα.
Κι όλη η ζωή μας.
Ένα διάλειμμα.
Μέχρι να βρεθούμε.
Και βρισκόμασταν καμιά φορά.
Κι ήταν ό μ ο ρ φ α.
Πιο γλυκά κι από το μέλι.
Κι έφτανε.
Ίσως γι' αυτό δεν είμασταν μαζί.
Γιατί ζήσαμε μια ζωή.
Για μια στιγμή.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ [31/12/2013]


Γράφεις κάθε χρόνο, βρε πατέρα.
"όλα θα πάνε καλά"
Επιμένεις να 'σαι αισιόδοξος.
Κι ας πνίγεσαι στο άγχος κάθε μέρα.
Από παιδί μαϊμούδιζα την αισιοδοξία σου.
Έλεγα για να το λέει ο πατέρας μου...
Είμαι και κοριτσάκι.
Ακούμπησα από τη μέρα που είδα φως.
Στα αισιόδοξα χέρια σου.
Κι έψαξα την ελπίδα στους ανθρώπους.
Ήταν θλιμμένοι κι ήθελα να γελάν.
Αργότερα την έψαξα στον έρωτα.
Ήταν δειλός και τον ονειρευόμουν ήρωα.

Με τα χρόνια τα μόνα που δε με πρόδωσαν.
Ήταν τα χέρια σου.
Κατάλαβα ότι η ζωή μόνο ευχάριστη δεν είναι.
Είναι όμορφη μα σκληρή.
Ένα γοτθικός ρομαντισμός.
Μαύρα τριαντάφυλλα και τα συναφή.
Κι έπειτα έλεγα "μα δε μπορεί".
Όλοι με τις ίδιες ταινίες μεγαλώσαμε.
Κι εγώ, κι εσύ, κι εκείνοι.

Όπως και να 'χει κάτι τέτοιες νύχτες,
σε ευχαριστώ κι ας μην ήταν όλα ροζ,
όπως μου υποσχέθηκες,
ήσουν εκεί κι αυτό τα έκανε
να ροζίζουν.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΟΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΦΕΤΟ [31/12/2013]



Αλήθεια σου λεγα.
Το ξέρεις.
Στέρεψαν τα λόγια.
Σοβαρά.
Τι να ρωτήσω;
Τι να απαντήσω;
Δε λέω πως γέρασα.
Μα ξεχνώ.
Όλο κι όλο που θελα.
Να 'ταν κείνο ευτυχία.
Να 'σουν ευτυχής.
Και έχανα συχνά το στόχο μου.
Πέρα απ' όλα τα γυναικεία πάθη.
Τούτη ήταν πάντα η μεγάλη μου έγνοια.
Να βλέπω, να νιώθω.
Ότι όλα είναι ευτυχία.
Όχι για μένα.
Γύρω σου.
Έβρισα πολύ και φέτος.
Για τις στερήσεις και τις υποχρεώσεις.
Μα μου φτανε να ξέρω.
Πως είσαι συ καλά.

ΧΡΟΝΕ ΜΠΑΓΑΣΑ [31/12/2013]


Άκου να σου πω καλέ μου χρόνε.
Το είπε και το αδέρφι μου.
Χωρίς να ξέρει πόση εμπειρία έχω.
Να οραματιστούμε εμείς για να μαλακιστείς εσύ.
Τρεις ώρες σου 'μειναν.
Ακόμα ξεροκέφαλος.
Και θυμάμαι και πέρυσι τι έγινε.
Μη σου πω και πρόπερσι.
Μπουλσιτ! Που λένε και οι αμερικάνοι.
Πας, έρχεσαι, περνάς, αλλάζεις αριθμό.
Κι εμείς σαν καλά ζώα-οραματιζόμαστε.
Όχι λάθος. Ονειρευόμαστε.
Αν ζούσε ο άνθρωπος μόνο με το νου
θε να 'μαστε αέρας.
Μα είμαστε χώμα και φωτιά.
Καίνε οι σάρκες και τα λαρύγγια μας.
Από πληγές με αίματα,
από φωνές και πόθους.
Τέρμα οι σιωπές του οραματισμού,
του διαλογισμού, του ό,τι να 'ναι.
Φωνές πια!
Μόνο φωνές!
Δυνατές, βραχνές, ντόμπρες και θυμωμένες.
Γεμάτες πάθος και λάβα.
Από εμάς, που καιρός είναι
να γίνουμε θεριά ανήμερα.
Να ματώσουν τα χέρια μας,
από τις αγκαλιές.
Να βγουν τα μάτια μας,
από τα δάκρυα. Κείνα της χαράς.
Να γδάρουμε τα πόδια μας,
πηγαίνοντας σε κείνους που αγαπάμε.
Κι ύστερα ποιός νοιάζεται
αν έρχεσαι ή αν φεύγεις βρε μπαγάσα.
Εμείς υπήρξαμε ζωντανοί.
Κι όλα τα άλλα κράτα τα να μας θυμάσαι.
Κι αν δεν υπήρξαμε.
Γυρεύουμε ήδη την εκδίκηση μας.