Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Βαρετά [25/03/2014]

Ξυπνούσα τα πρωϊνά. Έφτιαχνα τον καφέ με την νεκρική γεύση. Χαμογελούσα σ' ότι δεν κουβαλούσε λογική και κρίση. Κλεινόμουν στο κλουβί μου. Ίσα με την ώρα της λίγης λευτεριάς μου. Πατούσα κουμπάκια. Ήταν καλά. Καμιά φορά ξεκλείδωνα το κλουβί νωρίτερα. Προλάβαινα το φούρνο. Αγόραζα ψωμί. Περπατούσα αργά μέχρι το σπίτι. Ήταν σκοτεινό. Άναβα φως. Ζέσταινα λίγο το φαγητό, έκοβα λίγο ψωμί. Έτρωγα γρήγορα. Κάπνιζα ένα τσιγάρο. Ξάπλωνα μια ώρα. Το απόγευμα ξανά τα ίδια. Κλουβί-φαί-ύπνος. Έτσι μπήκα στην εφηβεία. Έγινα ενήλικη. Μα έζησα πλούσια και ευτυχισμένα. Στο μυαλό μου όλα αυτά συνέβαιναν όμορφα. Έτρεχα, ταξίδευα, μάζευα στιγμές. Και έμοιαζε πιο σπάνια με παράδεισο. Σαν σε συναντούσα....

Χωρίς ειρμό [25/03/2014]

Κι είν' η αποστροφή μου πιο μεγάλη,
απ' την αγάπη που σου 'δειξα.
Είναι το σώμα μα κυρίως η ψυχή σου,
πιο ανύπαρκτη από τα πρώτα μου δάκρυα.
Είναι τα ταξίδια που έκανα για να σε μάθω,
πιο πολλά από εκείνα που εσύ ονειρεύτηκες.
Κατέκτησα τη σοφία της ανημπόριας
και την δειλία του λογικού.
Μα είχα τα όπλα να σε κατηγορώ,
να σώσω τη ζωή μου από την μαρτυρική φυλακή των φίλων.
Μπόρεσα να κοιτάξω μπόλικα ζώα στα μάτια
και είδα τον εαυτό μου.
Κτήνη άγρια και ήμερα μια γεύση από μέσα μου.
Ηδονική ευτυχία με κατέκλυζε στις αποτυχίες.
Ευτυχία γιατί βασίλευε η ανημπόρια.
Χαρά οργασμού το όργωμα των δυνατών.
Λες κι αυτό τα εξηγούσε όλα.
Σε ένα βαθμό το έκανε.
Και κοιμόμασταν φοβισμένοι μα ήρεμοι.
Μια ηρεμία αποτυχίας, θλίψης και δυστυχίας.
Αιώνια επιβεβαίωση ότι γεννηθήκαμε σκλάβοι.
Σηκώσαμε το κεφάλι, μέχρι την σκεπή κοιτάξαμε.
Ούτε λόγος για ουρανό.
Μόνο καμιά φορά ζεσταίναμε τη σιχαμένη μας ύπαρξη
αρμέγοντας έναν όμορφο ήλιο.

Μια γυναίκα που ίσως υπήρξε [23/03/2014]

στιγμιότυπο από την ταινία Code 46

Θυμάμαι μια γυναίκα.
Τότε παλιά.
Τη γνώρισα ντυμένη με χρώματα της γης.
Γδύθηκε μπρος μου.
Κι ήταν τα χέρια μου πύρινα.
Δε την άγγιξα.
Δε την έκαψα.
Στο σάπιο της χαμόγελο βρισκόταν μια κακή και μια αγνή στιγμή.
Ένας φόνος κι ένα φτερούγισμα στο βλέμμα.
Μια οδύνη και μια απόλαυση στο σώμα.
Της έμαθα, αν όχι εγώ, τότε ποιός, να λυπάται τον εαυτό της.
Δε μετάνιωσε ποτέ.
Κι αν το έκανε, δε το 'μαθε κανείς.
Το έβλεπες όμως εύκολα.
Χανόταν το φως από τα μάτια της, ο διχασμός από τη ζωή της.
Κι όσο εκείνη χανόταν χιλιάδες ζωές ανηφόριζαν
προς την κορυφή του βουνού που εκείνη αγνόησε.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Δημιουργώντας πιθανότητα [17/03/2014]

Θέλω για κείνους π' αγαπώ,
να είμαι εκεί για λίγο.
Να δρω με τρόπο διακριτικό και γρήγορο.
Ίσως όχι επειδή τους αγαπώ.
Μα επειδή ζω μαζί τους ένα είδος έρωτα.
Υπάρχω κοντά τους.
Ερωτευμένη με αυτό που είναι.
Η μοναδική προσφορά που θεωρώ ότι αξίζει.
Είναι αυτή η μια.
Σπάνια οι άνθρωποι μας τη δίνουν.
Προτιμούν να μας συμβουλεύουν.
Να μας προτείνουν.
Όμως δε μας δημιουργούν ποτέ πιθανότητες.
Δε μας ανοίγουν ποτέ ένα δρόμο.
Μας νουθετούν πως να το κάνουμε.
Κι εμείς είτε τους ακούμε είτε όχι.
Όμως ποτέ κανείς πραγματικά.
Δε σήκωσε το βάρος.
Δε μας ερωτεύτηκε τόσο.
Για να μας δημιουργήσει πιθανότητα.
Έτσι, καταλήγοντας.
Είμαι ερωτευμένη μαζί σου.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Μια στιγμή παρακμής [16/03/2014]

Αποδεχόμενη μόνο τη ρουτίνα μπορώ να δικαιολογήσω την απήχηση που εκδηλώνουν οι γύρω μου για την ντάπα ντούπα μουσική ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το μονότονο beat που μετουσιώνει τη μουσική σε λάθος και την ποίηση σε ανούσιες λέξεις συνδεδεμένες με τρόπο αξιοσημείωτα άσχημο. Ένα τουκ τουκ σε μια αόρατη και θεόρατη πόρτα, φτιαγμένη από βαρύ υλικό και με δυσκολία κάπου πίσω από την πόρτα κραυγές και λέξεις που θυμίζουν κάποια γνωστή γλώσσα για την οποία ποτέ δε θα βεβαιωθείς. Ήχοι πριονιών, καρδιογραφημάτων, τούβλων που σπάνε καθώς πέφτουν από μεγάλο ύψος και όλα αυτά να γίνονται πάνω στον βασικό ρυθμό ενός μονότονου χτυπήματος.
Η παρακμή της μουσικής.

Νέοι και λίγο μεγαλύτεροι, κακοί χορευτές ακολουθούν τον εύκολο μονότονο ρυθμό, ζώντας ένας θεός ξέρει τι. Αδυνατούν να επικοινωνήσουν είτε λεκτικά, είτε με τη γλώσσα του σώματος, μιας και το τόσο αφόρητα βαρετό μπιτ τους κρατά σ' ένα συγκεκριμένο ρυθμό ρομποτικής διάστασης, έτσι ακόμα και τα πιο λεπτά κι εύθραυστα συναισθήματα υπάγονται στη μηχανική ροή του περιβάλλοντα χώρου. Σκέφτομαι ότι θα βοηθούσαν έναν εργάτη να κρατά τον ρυθμό στη δουλειά του και να αυξάνεται η παραγωγή του, αλλά σίγουρα δε θα βοηθούσε λουλούδια να ανθίσουν, αγελάδες να γεννήσουν, ζωγράφους να ζωγραφίσουν και χορευτές να χορέψουν.
Η παρακμή μιας τάσης.

"Έτσι κι έτσι", με μεγαλύτερη ακρίβεια "δεν είν' κακό", μια μετριότητα στο χώρο, τον χρόνο και την τάση. Καφέ τύπου lounge, χαρακτηρισμός που έτσι κι αλλιώς με ξεπερνά, χωρίς καμία ιδιαίτερη διακοσμητική προσπάθεια, μόνο κάτι πλαστικά σώματα που κρέμονται από το ταβάνι και τα νιώθω να συμφωνούν μαζί μου καθώς τα κοιτάζω, ψάχνουν κι αυτό έξοδο διαφυγής. Ασυναρτησία διακοσμητική και πελατειακή. Με διαφορές που αγγίζουν το ανώτατο ύψος και το κατώτατο βάθος.
Η παρακμή ενός χώρου.

Η χειρότερη και πιο θλιβερή απ' όλες τούτες τις παρατηρήσεις είναι η κατάσταση του διεξόδου. Άνθρωποι που συσχετίστηκαν άλλους κι έτσι βρέθηκαν εκεί, μη έχοντας καν την ευκαιρία να διαλέξουν κάτι άλλο. Γιατί είναι σκληρός κι επώδυνος ο δρόμος της επιλογής και ελάχιστοι εκεί μέσα έμοιαζαν να θέλουν να τον δουν. Βολεύτηκαν αναπαυτικά στην παρακμή μιας εποχής. 

Είμαι μακριά από αυτό πια και χαίρομαι για την μετριότητα τούτης της γραφής μιας και ταιριάζει απόλυτα στη μετριότητα εκείνης της στιγμής.

Ανοιξιάτικο φεγγάρι βουτηγμένο στο αίμα [16/03/2014]

Μια πανσέληνος.
Ένα γεμάτο φεγγάρι.
Πνιγμένο στο αίμα.
Λίγα γεμάτα φεγγάρια.
Θυμάμαι χωρίς αίμα.
Να περιμένω να περάσει η νύχτα.
Να σβήσει το φεγγάρι.
Ναι, ναι αυτό το βάσανο λέω.
Να τ' αγκαλιάσει το φως.
Οι νύχτες για μένα είναι μέρες.
Άλλοτε χρόνια κι αιώνες.
Δεν περνάνε.
Συνεχίζονται ακόμα.
Και περιμένω.
Ότι η αυγή που θα ΄ρθει.
Θα ροδίσει το παγωμένο μου σώμα.
Θα το βάλει να φτιάξει μια σκιά.
Θα φωτίσει ένα δρόμο.
Χρόνια μπλοκαρισμένο εντός μου.
Θα περπατήσω.
Με γεμάτο φεγγάρι.
Τα πόδια σχεδόν θα χορεύουν.
Ο δρόμος εντός μου.
Θ' ανοίξει.
Τα πνευμόνια θα γεμίσουν αέρα.
Και τούτη η πρώτη φετινή ανοιξιάτικη γεμάτη σελήνη.
Θα παρηγορήσει.
Θα σώσει.
Η' θα θυσιάσει.
Ό,τι αξίζει.
Σε μια φωτιά που άναψα.
Καθώς χάραζε.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

μισό τσιγάρο καύλα [12/03/2014]

όσο διαρκεί μισό τσιγάρο.
χρειάζομαι για να πω την ιστορία σου.
μια φάση διατηρούμενη από αρνήσεις.
σε βρήκα στη σκάλα.
κάπνιζες κι έπινες.
τα μάτια σου.
ένα ερωτικό μεθύσι μίσους.
με ήθελε η ζωή σου.
με απέρριπτε η ζωή σου.
ένιωσα το χέρι σου.
και το σώμα μου να τρέμει.
μ' εκδικήθηκες.
εκείνη τη στιγμή.
φλερτάραμε για αιώνες.
πηδιόμασταν με τα μάτια.
σ' έναν απίστευτο, αέναο χορό.
δεν ξεμεθύσαμε ποτέ.
τελευταία τζούρα.
άντε γαμήσου.

υ.γ. αφιερωμένο στην ανυπαρξία 

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Σταθερά [06/03/2014]

Οι στιγμές μου.
Είναι μετρημένες.
Με γκρίνιες, σκοτούρες, ανέραστους αστούς
και τσιγάρα.
Ήπιαμε πολύ.
Σκέφτηκαν λίγο.
Κι απέμεινα μόνη σε μια συνολική έλξη.
Μεταξύ ανθρώπων κι αντικειμένων.
Υλικών και θηλυκών.
Λίγων η φύση πόθησε τ' άυλα.
Κατηγόριες μόνο ήξεραν να ομολογούν.
Κι εγώ που στάθηκα σε μιαν άκρη.
Να μετριάσω την απόσταση και το χάσμα.
Εμένα με είπαν βράχο.
Πέτρα ξεροκέφαλη.
Μα ήμουν φάρος.
Που δίχως εμέ.
Θα γκρεμοτσακιζόσασταν.

ΜΗΝΥΜΑ ΑΧΡΩΜΟΥ ΘΥΜΟΥ [05/03/2014]

Χθες το βράδυ, αργά.
Αναρωτιόμουν.
Ξεβάφουν άραγε τα συναισθήματα;
Γίνονται άχρωμα και βαρετά;
Περνούν πίσω μας, τα βλέπουμε
και γκαζώνουμε για αλλού;
Γιατί περνάς συχνά κι αντί να χάνεσαι εσύ,
χάνομαι εγώ.
Μαθημένη απ' τα χρόνια.
Από την αρρωστημένη ουδετερότητα κι ακινησία τους.
Χωρίς καμία στιγμή δυνατή μα μήτε κι αδύναμη.
Ξοφλημένη από φίλους που με νοιάζονται.
Γελασμένη από όλους κι απ' όλα.
Φεύγω γρήγορα.
Τώρα πια όχι από άγχος κι αμηχανία.
Μα από πλήξη που σάπιος υπήρξες κι εσύ.
Όπως όλοι.
Εξυπηρέτησες τη χάρη των στιγμών σου.
Έτσι τώρα σε αποβάλλω εγώ.
Και δόση για να φτιάχνεσαι δε θα βρεις πουθενά.