Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

φόνος [15/12/2015]

Θέλω να επικεντρωθώ σε κείνες τις φορές που νομίζω πως έρχεσαι.
Η ελπίδα κουρνιάζει στο όνειρο.
Κοιτάζω λίγο το ρολόι.
Σκέφτομαι ωραία θα ήταν να έρχεσαι.
Ανάβω ένα τσιγάρο.
Πίνω δυο γουλιές κρύο καφέ.
Κοιτάζω ξανά το ρολόι.
Πέρασαν είκοσι λεπτά, μπορεί και μισή ώρα.
Συνειδητοποιώ ότι ζούσα τόσα λεπτά με την ιδέα.
Την ιδέα ότι έρχεσαι.
Την ελπίδα που κούρνιασε μέσα στην ιδέα.
Κι έπειτα καταλαβαίνω πως δεν έρχεσαι.
Ανάβω κι άλλο τσιγάρο.
Ξέρω πια πως δεν έρχεσαι και δε θα 'ρθεις.

Κάθε πρωί στο ζεστό μου καφέ και στο πρώτο μου τσιγάρο.
Σκοτώνω μιαν ιδέα και μερικά όνειρα.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Η μουριά [12/12/2015]


Από τη φυγή μέχρι τη φρίκη.
Ένα τσιγάρο δρόμος.
Από τη λατρεία μέχρι την αηδία.
Ένα τσιγάρο δρόμος.
Μια μουριά που ταξίδεψε τόσο όσο.
Μίλησε με τα σύννεφα και τα ποτάμια τόσο όσο.
Μίλησε για σένα και δεν ήμουν εγώ.
Μούδιασε ο κορμός της.
Σταμάτησε για λίγο η καρδιά και η ανάσα της.
Δεν ήμουν εγώ.
Ήταν ίσως εκείνα τα χέρια που κράτησαν το σώμα σου
γυρισμένο στο πλάι, σ' ένα κρεβάτι.
Ήταν τέλος εκείνα τα χείλη
που δε χόρτασαν ούτε ένα φιλί.
Ήταν ένα τέρμα που έβραζε.
Σαν καρδιές πριν αρχίσουν να τρέχουν σε μιαν αφετηρία.
Δεν ξέρω πόσα ήταν.
Αν ήταν κάμποσα.
Ήταν μια μουριά θλιμμένη, μέρα με τη μέρα.
Ένα σεντόνι ξεχασμένο,
που λίγο πριν έπνιξε μια κραυγή κι έσβησε μια φωτιά.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Άλλα αντί άλλων [03/12/2015]

Υπάρχει κάπου ένα συναίσθημα.
Κάτι σαν έρωτας.
Που δεν καβατζώθηκε ποτέ.
Μπήκε μπρος ο κυνισμός.
Τείχος αήττητο και το 'σωσε το παιχνίδι.
Είπε "όλα φίλε τα ξεπερνάς".
Και το συναίσθημα εκείνο το μικρό.
Κρύφτηκε και ηρέμησε.

Και καμιά φορά.
Έβγαζε μια σταλιά το  κεφάλι του έξω από την πόρτα.
Να δει αν υπάρχει αέρας να αναπνεύσει.
Κι άλλοτε ξεμυτούσε λίγο παραπάνω.
Τις πιο πολλές φορές.
Το έπιανε δύσπνοια.
Έφραζαν τα όργανα και κοβόταν η ανάσα.

Ήταν που αρρώσταινε και γινότανε αγάπη, συμπάθεια.
Και κάπου στο τέλος μετάνοια.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Τυπικούρα [22/11/2015]

Σήκωσε αέρα απόψε.
Γέμισα μια κούπα με τσάι.
Και άφησα τον αγέρα να βάλει τη φωνή σου μέσα στο σπίτι.
Το απογευματάκι ήσουν υγρή.
Οι σταγόνες της βροχής σα δάκρυα.
Λυτρώθηκα δις.
Αγγίζοντας το δέρμα, μεταξύ ονείρου και ζωής.
Υπέκυψα σε εφιάλτες.
Δέχτηκα τους τίτλους.
Σπουδαίοι συντελεστές.
Πάντα το διψασμένο σου σώμα.
Να με επισκέπτεται υγρό.
Πάνω που πίστεψα πως το κλίμα ήταν πιο ήπιο.

Μπορεί να βρέχει, να φυσάει, να θυμώνει.
Μπορεί να λέμε μεγάλες πρόζες
και συγκινητικούς μονολόγους.
Μα σε "τούτο" δεν αξίζουμε.
Ας βασιλεύσει η τυπικούρα.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Μια χαρά [18/11/2015]

Πες μου τον τρόπο.
Τη μυστική συνταγή.
Πως το βουλώνεις;
Εσύ είπες πως δεν είναι επιλογή πια.
Πως σκας;
Γιατί εγώ μιλάω διαρκώς.
Με μανία και παράνοια.
Τρέχω να πω, ό,τι πω, όσα πω.
Λίγο να δω αν κάποιος απαντά.
Εσύ γιατί δεν απαντάς.
Γιατί σερβίρεις, με δίσκο τη σιωπή, αυτό το μεγάλο από πάγο βουνό;
Γιατί μετά θα φταίω εγώ αν πω ότι αυτό ήθελες.
Δε γίνεται. Καταλαβαίνεις;
Πως αλλιώς να το πω;
Για να καταλάβεις.
Τι άλλο να πω;
Κι έχει νόημα να λες;
Παρόλα αυτά.
Επιβιώνω.

Είσαι καλά;
Μια χαρά.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Ωραίοι άνθρωποι [15/11/2015]

Θα έρθει ένα πρωινό, που δε θα υπάρχει ό,τι υπήρξε μέχρι χθες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που όλοι οι όμορφοι άνθρωποι θα έχουν πεθάνει.
Θα έρθει ένα πρωινό, που κι εσύ θα το έχεις επιλέξει.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα με ρωτήσεις τι κάνω.
Και θα δεις στα μάτια μου το θάνατο σου.
Όπως αυτόν που είδα εγώ στα δικά σου τις προάλλες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα αγγίζω άλλα σώματα κατά πως ευχήθηκες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα φοράω τα ρούχα σου.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα πηγαίνω στη δουλειά σου.
Θα έρθει ένα πρωινό, που όσοι λες πως σε αγαπούν θα με λατρεύουν.
Θα έρθει ένα πρωινό, ακριβώς σαν όλα αυτά τα πρωινά που μου ευχήθηκες.

Όμως τώρα ακόμα.
Είναι βράδυ.

Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την ειρωνεία, φαίνεται η αγάπη.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από τη σιωπή, φαίνεται η αδιαφορία.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την απουσία, φαίνεται ο σκοπός σου.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την υποτίμηση, φαίνεται ο στόχος.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που όπως το πρώτο βράδυ, όλοι περιμένουν η πληγή να γίνει χιούμορ.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που δεν έχω παιχνίδια να δώσω.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που θα ορκιστώ στην ανυπαρξία σου.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που θα συνειδητοποιήσω πόσο μόνη ήμουν από την αρχή.

Είναι ένα ακόμα ωραίο βράδυ.. σαν αυτά που κάνουν οι ωραίοι άνθρωποι.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Σιωπή [09/11/2015]


Είπες κάτι κι άλλαξες.
Κι έμεινα να ξεβάφω τις εικόνες.
Ήξερα πως δεν είπες αυτό.
Μα δεν είπες και κάτι άλλο.
Κι εκεί που το ξανασκεφτόμουν.
Να, πάλι μπρος μου η εικόνα του σώματος σου.
Γυμνό, ταραγμένο, ασταθές, τρεμάμενο.
Δυο, τρία στρώματα κάτω από την επιφάνεια.
Υπήρχε μια βεβαιότητα, μια συγκίνηση και ένας αναστεναγμός.
Κάτι ρίγη μου καβάλησαν το σβέρκο.
Κύλησε ο νους πιο πίσω στο χρόνο.
Τότε που δάκρυζε το σώμα σου στα χέρια μου.
Τότε που έμοιαζε η καρδιά σου, να έχει σταθεί στη γωνία.
Να με κοιτάζει θολωμένη.
Να μην έχω απαντήσεις στο διχασμό.
Το στήθος σου πιο ανάλαφρο πια.
Μιας και η καρδιά είχε φυλαχτεί.
Το φίλησα.
Ίσως και να το προσκύνησα.
Πήγα λίγο πιο πριν ή λίγο πιο μετά τη σκέψη.
Σιωπή.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

declarations [04/11/2015]




καληνύχτα [04/11/2015]


4 [04/11/2015]

Σε μια προσπάθεια της να αναστηθεί, πέθαινε όλο και πιο συχνά. Δεν ήξερε πολλούς τρόπους, γλιστρούσε για ορισμένα λεπτά και πάλι στεκόταν όρθια απολογούμενη για λίγα μόνο λεπτά της ώρα, της μέρας, της κάθε εποχής χωριστά. Τα συναισθήματα της κυνηγούσε μια ζωή, πρώτη εκείνη να τα φτάσει, πριν τους κυνηγούς, που με όπλα έτρεχαν ξοπίσω τους. Αυτόφωτη, με μόνο της προνόμιο αυτό. Να φωτίζει το χώρο γύρω σε κάθε βήμα της και καταραμένη παράλληλα να είναι μόνο καθήκον, κληρονομιά και μοίρα αυτό το χάρισμα. Ούτε μάγισσα, ούτε βασίλισσα μέλισσα, μια πονεμένη εργάτρια. Τρέμοντας μη μείνει μόνη, εργαζόταν σκληρά και έπαιρνε κάτι ψίχουλα πίσω για ζωή. Άνθρωποι σαν αυτή, χάθηκαν μέσα στα χρόνια, δούλεψαν σκληρά και πέθαναν, η ράτσα τους, βλέπεις, δεν είχε τραφεί με τις καλύτερες κονσέρβες κι έτσι έχαναν μαλλιά, νύχια και δόντια. Μαλακοί μετά, σαν άνθρωποι από πλαστελίνη, σέρνονταν για λίγο και ξεψυχούσαν συλλογιζόμενοι κάθε δόντι, κάθε νύχι, κάθε τρίχα που χαράμισαν. Είναι να τρελαίνεσαι όμως! Το φως από τα μάτια τους δε σβήνει σχεδόν ποτέ, κάθε στιγμή και κάθε λάμψη, μια νέα ζωή. Κάθε δάκρυ και κάθε βλέμμα, μια νέα ζωή. Δεν έκανε παιδιά, ερωτεύτηκε με πάθος, έζησε μόνη, με λίγες εξαιρέσεις και ίσως να ταφεί και μόνη. 
Κείνο το φθινόπωρο, δεν είχε ωράρια, χρονοδιαγράμματα, έμπαινε άκεφο και άκαρδο, με ένα πείσμα να μη ρίξει σταγόνα βροχή. Τη βασάνιζε αυτή η στεγνή ατμόσφαιρα. Ήθελε νερό, να τρέξει πλάι του και να πλατσουρίσει, σαν εκείνο το μαλωμένο παιδί που ξεκινάει για το σχολείο την πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς και γυρίζει γεμάτο λάσπες.. μα τι έφταιγε αυτό; έπρεπε να πάει σχολείο. Έτσι κι εκείνη. Έψαχνε το σχολείο της, γιατί το δάσκαλο της, που λεγε και η γιαγιά της, τον είχε βρει. Μα τα μαθήματα ήταν τόσο εύκολα και την ίδια στιγμή τόσο παρανοϊκά αναγκαία και επίπονα. Σαν κάθε φορά που έγραφε στο τετράδιο της ορθογραφίας το Ν, να έτρεχε μια σταγόνα αίμα, άσε πια εκείνο το Ω. Βραχνάς. Κι όμως πήγαινε στην τάξη κάθε μέρα, αφήνοντας κιλά ιδρώτα, χτυποκάρδια και ένα μουδιασμένο σώμα να κείτεται σε κάποια καρέκλα, σαν κρέας προχθεσινό, έξω από το ψυγείο. Ωμό και μπαγιατεμένο. Άσε πια τα αίματα και τα άσχημα κοψίματα. Κείνο το φθινόπωρο ή θα επιβίωνε ή θα τελείωνε, δεν ήθελε άλλες αναβολές, καθυστερήσεις, καθυστερημένους και λόγια. Είχε βαρεθεί τα λόγια. Τα δικά της και των άλλων. Ήθελε το ρυάκι της βροχής, εκείνο που πλατσούριζε και λασπωνόταν σα μικρό παιδί, να κυλήσει, να μη σχηματίζει λίμνες, να κυλάει, με ρυθμό σα χτύπο καρδιάς και εναλλαγή χρωμάτων ανάλογων των τόσων σκιών που κουβαλούσε μέσα της. Φθινόπωρα και χειμώνες, έτρεφε μια κρυφή ελπίδα, μια προσδοκία τόσο μάταιη πως η ζωή ήρθε δυνατή και στάθηκε μπροστά της γεμάτη αυτοπεποίθηση. Κι όταν χαμογέλασε και χάρηκε και της άπλωσε το χέρι, εκείνη διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρές μαύρες μπίλιες, σαν κόκκους τέφρας, σαν κατακάθι καφέ που προμήνυσε άσχημα μαντάτα. Κάθε τέτοια εποχή μια υπαρκτή ή μια υποτιθέμενη μελαγχολία ερχόταν να ξεσκεπάσει το μάταιο τίποτα και το μπόλικο καθόλου. Άλλο ένα τέτοιο φθινόπωρο χάζευε ένα φεγγάρι και νοσταλγούσε.
Σκεφτόταν, καμιά φορά, μήπως έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει, μακριά από κείνους που αγαπά, από τη χώρα που την αγκάλιαζε πάντα. Γιατί όχι; Μια εμπειρία, μια ευκαιρία, κάτι διαφορετικό, κάτι ακόμα. Δεν ένιωθε απελπισμένη ή απογοητευμένη, δεν την έδιωχνε κάτι, μήτε πίστευε πως θα ανοίξει πιο πολύ το μυαλό της ή η ζωή θα έμοιαζε καλύτερη. Ζούσε μέσα από τις ιστορίες και τις στιγμές της, ποιος ο λόγος να ξενιτευτεί. Μετά έλεγε στον εαυτό της, άσε αυτή την έπαρση, είναι μια περιπέτεια, τρέξε και πιάσε την. ΣΙΧΑΙΝΟΤΑΝ την απώλεια. Δεν άντεχε να χάνει, στιγμές, ανθρώπους, εικόνες, τόπους, λέξεις, συναισθήματα, λόγους και χρόνο. Κι έτσι έμενε και πλατσούριζε. Τα φετινά πρωτοβρόχια είχαν έρθει γρήγορα και έντονα. Είχαν μουσκέψει ήδη την καρδιά και η υγρασία εξαπλωνόταν και στο υπόλοιπο σώμα, είτε ποτίζοντας το είτε σαπίζοντας το. Σάπιζε σαν ύλη και άνθιζε σαν άυλη. Κι αναρωτιόταν κάθε φορά πως συμβαίνει αυτό. Μα όλοι λένε πως πάνε παρέα αυτά τα δυο. Συμβαίνει κάτι με εκείνη; Έχει αυτή κάποιο πρόβλημα;  
Θα έλεγε την ιστορία της πριν από εκείνο το σκηνικό. Θα μιλούσε για αυτόν τον άντρα αλλά μετά από εκείνο το βράδυ της τετάρτης νοέμβρη υπήρξε άραγε ποτέ αυτός ο άντρας ή τον έσβησε εκείνο το βράδυ;

εκεί. [04/11/2015]


Θα ονειροπολήσω.
Τι άλλο να κάνω;
Θα φανταστώ ότι γράφουμε βιβλία.
Ταξιδεύουμε τον κόσμο.
Δε σε εξιδανικεύω πια.
Είμαστε πάτσι.
Ανοίγω τα μάτια μου,
μια στο τόσο, είσαι εκεί.
Μια.
Δεν υπάρχει χρόνος.
Έχω απολυθεί.
Από καθήκοντα που μου φόρτωσα για να με νιώθω λογική.
Δε σε ζητάω πια τα πρωϊνά,
ούτε τα απογεύματα.
Με ευνούχισα πριν το κάνεις εσύ.
Για να μην το κάνεις.
Σε σένα.
Για να ξέρω ότι μου λέω μόνο ένα ψέμα.
Και εσύ με θες, κι εγώ μου λέω απλά ένα ψέμα.
Ένα, όσο λείπεις.
Κι ύστερα πέρασε ο καιρός.
Κι αυτό το ψέμα.
Το μαθε το κορμί.
Το εμπιστεύτηκα κι εγώ σαν ό,τι πιο πιστό.
Άρα;
Το ψέμα, το "σε θέλω", το λευκό και το άρωμα.
Τα μόνα πιστά και αληθινά.
Αν με ψάξεις κάντο πρωί.
Δώσε μου κρασί αντί για καφέ.
Και άσε με να κάνω ένα τσιγάρο.
Εκεί θα με βρεις.
Με προφυλάσσω από την απώλεια σου.
Εκεί είμαι.
Θα με βρεις.

Παύση. [04/11/2015]


Φτάνει μια στιγμή.
Δεν υπάρχουν τραγούδια και διωγμοί.
Υπάρχεις εσύ και η ησυχία.
Σιωπές ανίκητες.
Στιγμές ακατόρθωτες.
Φόβοι και δάκρυα.
Γιατί σου πρόδωσαν όσα πίστευες.
Αμφέβαλλες για σένα.
Εύθραυστος έσπασες σε κομμάτια.
Ηττήθηκες και ρήμαξες.
Μήνες τώρα χάνεις και ρημάζεις.
Προσποιήθηκες δύναμη.
Μια και δυο και τρεις φορές.
Δεν ξέρεις να μιλάς και να γράφεις πια.
Δε νιώθεις πια.
Κινείσαι ρομποτικά σ' ένα τόσο μεγάλο κόσμο.
Φοβάσαι κι απειλείσαι.
Απειλείσαι κι απελπίζεσαι.
Και πως να το πεις.
Ήσουν ο αέρας, όχι η παύση.
Αν και οι παύσεις...
Μόνο ταχύτητα εσύ.
Η παύση είναι για τους γνώστες

.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

έτσι απλά. [29/10/2015]

έτσι απλά.
στο κόκκαλο.
τα βασικά.
ή εμένα μου φαίνονται;
έτσι απλά.
ξεβάφει ο τοίχος των συναισθημάτων.
με ένα νεκρικό, μικροαστικό μπεζ-εκρού.
έτσι απλά.
στο σαλόνι της με τις πολλές καρέκλες.
έτσι απλά.
σα δυο χορδές λέξεις.
να σου ξεσκίζουν τα όνειρα.
έτσι απλά.
τα είπε.

δίκαιο; [29/10/2015]


via http://weheartit.com/entry/205655899/dashboard?context_user=Melcarter


ημιτελής ύπαρξη
ηττήθηκε επανειλημμένα
τιμωρήθηκε δια της σιωπής
και μάντευε ποια σκιά
θα ταιριάξει στο κάδρο
και δεν ταίριαζε η δική της
κι αποφάσισε να χάσει
γιατί δεν έμαθε ποτέ της να ζητά
και τιμωρήθηκε για την αμάθεια
μιας γνώσης που δεν έλαβε ποτέ
δίκαιο ε;

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Αποκωδικοποίηση [27/10/2015]

 
Μακάρι να μπορούσα να μεταφέρω έστω κ σε μια νεκρή γλώσσα τις λέξεις των αισθήσεων. 
Μακάρι να μπορούσα να περιγράψω την αίσθηση των δαχτύλων σαν αγγίζουν δυο μικρές ουλές.
Μακάρι να μη χρειαζόμουν δικαιολογίες κ δίχως λογική ενα πρωί να σου έλεγα όλα αυτά που τρέμουν μεσα μου. 
Να έκανα το άρωμά σου τραγούδι που θα σε έκανε να γελάς.
Να έκανε τα ματιά σου όλα τα πρωινά αυτού του κόσμου.
Να ζωγράφιζα τις κινήσεις σου σαν κέντημα χρυσό με λίγο απο μετάξι.
Να μην κάθομαι με χέρια νεκρά ανήμπορα μπρος στην παραμικρή φουρτούνα σου.
Να πέταγαν χίλιες πεταλούδες γύρω σου κάθε φορά που λίγο έρωτα ακόμα νιώθω για σένα. 
Να μη χρειάζεται να αποκωδικοποιώ τα απο μοίρας δοσμένα.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Πόλοι [26/10/2015]


Έγραφα πέρυσι και πρόπερσι.
Χρόνια πιο πριν.
Για "ανύπαρκτα" σ' αγαπώ.
Δεν έγραψα ποτέ μάλλον.
Για την παρούσα απουσία.
Για το χωρισμένοι μαζί.
Για το δειλό θάρρος.
Για όσα δίπολα βρίσκει ο νους.
Για κείνα τα δίπολα που σκοντάφτει η καρδιά.
Φέτος λέω.
Όσα κι αν έγραψα.
Όσα κι αν είπα.
Σου έγραψα και σου είπα.
Τα μισά δε τα 'λαβες ποτέ.
Και τ' άλλα είχαν δύο πόλους, 
που έμοιαζαν πολύ
και δεν συναντήθηκαν πουθενά.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

όνειρα δεκάτης τετάρτης [15/10/2015]


δεν έχω τίποτα να αποχωριστώ.
τίποτα να θρηνήσω.
καμία διεκδίκηση να παραπονιέται.
και κανένα θεό να με διδάσκει ηθική.
έχω μια τρύπα στο κέντρο του θώρακα.
ένα δάκρυ που κρέμεται σαν πάγος έτοιμος να λιώσει.
δύο χειροπέδες στα χέρια και τα πόδια.
μια σταγόνα αίμα που ξεχείλισε την καρδιά.
κι ένα λόγο να ψάχνω για να ξεχνώ όσα έχω.

στο Φωτεινό μέλλον.
θα μου χτυπήσουν τον ώμο με συμπόνοια.
θα καταπιώ τα λόγια του θυμού μου.
και θα είσαι πάντα, σαν χθες βράδυ, εκεί.
σε ένα όνειρα με τα χέρια ανοιχτά.
ικετεύοντας σχεδόν.
να μου φωνάζεις.
"ζήτα, ζήτα! επιτέλους!"

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

άτιτλο [02/10/2015]

Σε μικρή απόσταση από την εισπνοή υπάρχει η εκπνοή.
 Όλα έχουν να κάνουν με το τι έχεις μάθει. 
Εισπνέεις λίγη θάλασσα, λίγη αγάπη, λίγη ελπίδα 
και εκπνέεις ότι δεν άντεξες να κρατήσεις μέσα σου. 
Εκπνέω καπνό από τότε που θυμάμαι τις εκπνοές μου. 
Καμμένα σωθικά δίνουν σήμα από εντός μου, 
κι όμως ο καπνός λικνίζεται τόσο όμορφα γύρω από τα μάτια μου. 
Έτσι ξεχνώ. 
Ξεχνώ ή προσπερνώ την καμμένη γη. 
Τελευταία που δεν ανθίζουν οι άλλες γλάστρες μου μιλώ με τον Ιάκωβο. 
Ένα σπαθί φυτό που ίσως κάποτε βγάλει άνθη. 
Με τους άλλους ζωντανούς δε τα πάμε καλά, εμείς οι μισοπεθαμένοι. 
Κοιτάζουμε τους ήλιους που βγαίνουν κάθε πρωί και μας λείπει κάτι.
 Πάντα κάτι θα μας λείπει, αυτό ίσως είναι νομοτελειακό. 
Του Ιάκωβου του λείπουν τα άνθη που άλλοι συγγενείς του βγάζουν, 
εμένα μου λείπει ο καθαρός αέρας, η ζωή αυτή καθαυτή, 
όχι κάτι φτηνές απομιμήσεις έρωτα, τρέλας ή πανικού. 
Μια ζωή που τόσο ευχηθήκαμε που δεν μπορεί να μην υπάρχει. 
Κι ένα "υπάρχει" τόσο ζωντανό που τέλος τέλος μας πέθανε και δε το εκτιμήσαμε ποτέ. 
Πίνουμε νερό κι εγώ και ο Ιάκωβος συντηρώντας πάλι την ελπίδα.

Κουμπιά [02/10/2015]

Δεν ξέρεις.
Πριν ξεκινήσεις.
Πως διχοτομείσαι.
Πως σπας και κολλάς και είσαι όλα αυτά εσύ.
Δε θες.
Να μάθεις.
Αφότου βιώσεις.
Πως αποτελείσαι από τόσα που ζητούν αγκαλιά.
Δεν έχεις.
Παρά ένα σώμα να κουμαντάρεις.
Να το μανουβράρεις με τον άνεμο και να το πας σε άλλη ρότα.
Δε χώρεσες ποτέ.
Δε ζύγισες ποτέ.
Μόνο περπάτησες, μη κοιτώντας κάτω.
Κι ήταν οι πέτρες άλλοτε σταθερές,
άλλο σε νερά βυθίζονταν με κάθε πάτημα,
κι άλλοτε κουμπιά.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

30/06/2014

Φθινοπώριασε, βρέχει, ντυθήκαμε. Μετά από τόσες στιγμές γυμνοί, ντυθήκαμε. Σε έντυσα όπως με έγδυσες. Ντύθηκα μόνη, δύσκολα πείθεις μια γυναίκα να φορέσει άλλα. Έβγαλα το πράσινο μαντήλι που γυάλιζε στο φως του ήλιου και χήρευσα. Δε θα έλαμπα πια μετά από αυτό. Ο χειμώνας έθαβε όσους υπήρξαν γυμνοί μιαν εποχή. Ένας ήλιος ψεύτης κι ενώ είχα ντυθεί με τα μαύρα μου ρούχα σε έφερε στο δρόμο. Χαμογελούσες και τα 'χα όλα. Το μαύρο απ' τα ρούχα μου, άσπριζε, γινόταν η σάρκα που σου άνηκε όσες εποχές κι αν είχαν περάσει. Αστειεύτηκες με το μαύρο μου και το καμες πάλι πράσινο με λάμψεις. Δε μπόρεσα ν' αρθρώσω λέξη. Υποτελής της μεγάλης σου κατάκτησης, δέχτηκα ότι άνηκα. Εσύ είχες εμπιστευτεί στα χέρια μου και στη μήτρα μου ένα σώμα να θάψω σαν ποτέ το βρει ο θάνατος. Ήδη ήξερα κάτω από ποια σκιά, ποιανού δέντρου θα ξεκουραζόσουν κι έτσι υπάκουσα. Στο μαύρο που γινόταν πάλι πράσινο, στο χακί που ξεσκίζει το λαρύγγι μου και ρουφάει τα βογκητά. Αναμετρηθήκαμε για λίγες στιγμές και μ' άφησες να κερδίσω με έναν τρόπο τέτοιο που δεν ήξερα ποιος νιώθει περήφανος για ποιον. Έβρεξες τα αφυδατωμένα μου χείλη με ένα φιλί κι όταν επανήλθα σε αυτόν τον κόσμο, μιαν αναλαμπή διαφώτισε τον υπνωτισμένο μου νου. Ο χειμώνας έθαβε όσους υπήρξαν γυμνοί μιαν εποχή. Κι οι άνθρωποι έθαβαν όσους λατρεύτηκαν ερωτευμένοι αιώνια.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Αντίδραση Α'

Και ξαφνικά ζέστη.
Ανοίγουν οι πόροι και το μυαλό κολλάει.
Έρχονται στο νου μόνο οι βασικές ανάγκες.
Λίγα δάκρυα δροσίζουν αμυδρά το πρόσωπο.
Ένας ξαφνικός πόνος ανάμεσα στο στήθος.
Γίνεται τρύπα και περνάει ο λίβας.
Καίει ότι υπάρχει εντός σου.
Τα χέρια σου πέφτουν βαριά.
Και νιώθεις ηττημένος και μόνος.
Ένα θλιβερό τραγούδι, μοιρολόι μάλλον.
Μπλοκάρει κάθε άλλο ήχο.
Μαραίνεται το λουλούδι εντός σου.
Πικραίνει η γεύση.
Έρχεται μια ντροπή για ο,τι δεν μπόρεσες, δεν πέτυχες.
Λιώνεις μόνος.

Μετά την ταραχή, έρχεται ηρεμία.
Είσαι πια ενταφιασμένος και ακίνητος.
Αόρατος και άυλος.
Πια κανείς δε νοιάζεται.
Ξεκουράσου.

Βουβό γεύμα [19/09/2015]

Είναι κάποια μυστικά.
Από κείνα που συμβαίνουν βαθιά μέσα μας.
Που καθόμαστε να τα πούμε.
Και τα λέμε.
Και οι λέξεις δεν αρκούν.
Είναι κάποιες κατάρες κι ευχές.
Που δίνουμε σπάζοντας τα δόντια.
Πνιχτά, σα δηλητήριο που τα καίει όλα.
Είναι φορές που θολωμένοι αγαπάμε και μισούμε.
Είναι δυο τιποτα που κοιτάζουμε.
Αγκαλιάζονται μπας και γίνουν κατι.
Σα σαλάτα χωρίς λάδι, αίμα κι άρωμα.
Σαν πτώματα που αναρωτιέσαι.
Πως βρέθηκες κοντά τους;
Κι έπειτα γαλήνη, ησυχία για λίγο.
Τόσο οσο χρειάζεται για να βουβαθεί ο πόνος.
Να ανοίξουν οι πληγές στο σώμα.
Να ξεράσουν οξύ.
Να το μαζέψεις σε γυάλινο μπουκάλι.
Να το σερβίρεις με θεία εδέσματα.
Σ' όσους βρώμιΣαν την ύπαρξη σου όλη.
Ύστερα ντροπιασμένη θα ταφεί ζωντανή σαν οι μύθοι να χαν παντα λογο που σε επισκέπτονταν.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Στόχοι [15/09/2015]

Η ζωή μας εφιστά την προσοχή κάθε λεπτό.
Μας θέλει σχολαστικούς και απαιτητικούς.
Μας βάζει στόχους.
Όλο και πιο υψηλούς.
Κοινή συναίνεση.

Είναι κάτι βράδια που βαριέμαι να συμφωνώ.
Να υπομένω.
Να σέβομαι.
Να μπορώ.

Τούτα τα βράδια.
Ξεγελάω τον εαυτό μου,
σκεπτόμενη πως θα νικηθεί.
Θα κερδηθεί και αυτός ο στόχος.

Ο επόμενος μπορεί να βγάζει αίμα και χολή.
Αντί για μελάνι και γραφίτη.
Αλλά πόσο παρήγορο μοιάζει τώρα!
Θα 'ναι ο επόμενος στόχος.
Κι όχι εσύ.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

φήμες για μια ντόπια [06/09/2015]

Για κείνους που ξενύχτησες.
Έρωτες και εραστές.
Τους είπε θεριά και ανέμους.
Σε τρύπησαν, σε έσπρωξαν.
Συνάντησες αντίστοιχους νεκρούς.
Σωθικά ταγμένα.
Προδωμένες εποχές.
Θυμούς και έρωτες.
Δικούς σου.
Υπαινιγμούς μα ποτέ αποδείξεις.
Των άλλων.
Εσύ ξύπνησες πρωί για να λύσεις.
Ένα αίνιγμα που ποτέ δεν έψαξες.
Ποιος μαλάκας θεός σε όρισε ικανό;
Ποια αναθεματισμένη προδωμένη πρωτοπορία;
Σε μίσησε.
Και με μίσος ντόπιο σε έβαζε να πορεύεσαι.
Μεγάλη συντοπίτισσα. 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

στιγμή [04/09/2015]

Κάθισε, σχεδόν αναπαυτικά στην τεράστια πολυθρόνα που ακόμα και για τους καμπυλωτούς γλουτούς της ήταν αρκετή και άρχισε μέσα σε ένα γλυκό μεθύσι να ανατρέχει σε ξεχασμένες ιστορίες που μόνη εκείνη πια θυμόταν και εξιστορούσε. Ο ήχος της βροχής μεταλλασσόταν σε φωνές, δάκρυα, γέλια και ανατριχίλες των τότε ζωντανών πρωταγωνιστών. Αν έγραφε ποτέ αυτή την ιστορία θα το έκανε σε χρόνο αόριστο. Η μόνη της πια ένωση με το παρελθόν. Ο χρόνος, ο αόριστος. Θα ήθελε να μιλάει για άδοξους έρωτες, μετανιωμένες προστακτικές, μα έγειρε το κεφάλι κι άφησε τόσα όνειρα να μιλήσουν για μια ιστορία που διαδραματίστηκε σε ένα παράλληλο μέλλον και πέθανε σε ένα χλιαρό τώρα.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Φάρμακο & Φαρμάκι [02/09/2015]


Παγώνουν και φοβούνται οι θνητοί.
Όχι οι καρδιές.
Αυτές είναι ατρόμητες.
Ζεις και πάσχεις κι εσύ.
Κι εγώ δεν ξέρω ούτε και θα μάθω ποτέ.
Μιαν αλήθεια σου.
Από κείνες που κρύβει η καρδιά.
Ένα ψέμα σου.
Από κείνα που δε λέει το σώμα.

Σώμα κουφάρι.
Που δεν ανήκει σε καιρό ή σε χέρια.
Δανεικό και ισχυριζόμενο λευτεριά, περιφέρεται.
Κι αναρωτιέται μήπως τούτος ο χαμός είναι ο δρόμος.

Φοβούνται πάλι οι άνθρωποι.
Μπλέκονται και φρικάρουν.
Και αγκαλιάζονται πια πιο πολύ.
Μιλάνε πιο πολύ.
Νοιάζονται κι αναζωογονούνται.
Μαζί και χώρια, όταν περάσει η επίδραση του φαρμάκου.
Φάρμακο και φαρμάκι.
Ρόλοι αποψινοί.

Γιαπί ονείρων [02/09/2015]

Φτάνει στα τελειώματα του.
Τόσο λίγο διαρκεί η κατασκευή.
Φιλοξενεί μετά ζωές για χρόνια πολλά.
Στοιχειώνει έρωτες.
Και λευτερώνεται από θάνατο.
Σημαδεύεται από το πολύ και το λίγο των ενοίκων.
Δημιουργεί ιστορία στα χέρια των ιδιοκτητών.
Σπιτώνει ζωές δανεικές, και αναλύει ζωές ξένες.
Ανησυχεί για φόβους ανυπόστατους.
Κι εξηγεί πως το μόνο που μας ζει.
Είναι ο έρωτας.
Στο γιαπί δεν έκανε όνειρα.
Τούτο το δικό της γιαπί.
Μετά από καιρό, ένα άλλο γιαπί.
Δεν έκανε όνειρα για να μη γίνει ρημάδι.
Απαρνήθηκε το μέλλοντα και τον αόριστο,
για να γίνει τούτο δω γιαπί ονείρων.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

απλά υπάρχει [27/08/2015]


Υπάρχει πάντα κάτι πολύπλοκο στην απλότητα.
Υπάρχει μια πληγωμένη φωνή.
Υπάρχει μια ίσια γραμμή από δάκρυα.
Ένας διάφανος κύβος με μια καρδιά μέσα.
Υπάρχει ένα γεωμετρικό σχεδιασμένο τρίγωνο.
Που η μια γωνία του πληγώνει το νου.
Υπάρχει ένας κύκλος στο χέρι.
Που ακινητοποιεί το σώμα σαν χειροπέδα.
Υπάρχει ένα ορθογώνιο.
Που διατηρεί τη φόρμα οργανωμένη.
Υπάρχει μια πυραμίδα.
Στιγμών, γεύσεων, αρωμάτων και συναισθημάτων.
Πως με όλα αυτά να σου μιλώ απλά;

Τα τέλη Αυγούστου [27/08/2015]

Maurice Prendergast. Lady in Yellow Dress in the Park

Τα τέλη Αυγούστου.
Με βρίσκουν πάντα μόνη, στην ίδια πλατεία.
Άλλοτε στη μια γωνία της κι άλλοτε στην άλλη.
Τα τέλη Αυγούστου.
Δε συγκρατώ συναισθήματα.
Χρόνια τώρα έρχεται μια μέρα του τέλους.
Και απαλλάσομαι από όλα τα συναισθήματα μου.
Κυρίως τα νοσηρά.
Τα τέλη του Αυγούστου.
Με πνίγουν σε μια ήρεμη και αισιόδοξη δύναμη,
Δε με κινητοποιούν.
Με συνεπαίρνουν.
Λόγω της παρατεταμένης εφηβείας μου.
Πεισματικά θ' αρχίζουν οι χρονιές.
Όταν θα ανοίγουν οι πόρτες των σχολείων.
Πεισματικά οι ονειρεμένες διακοπές.
Θα 'ναι ελληνικός καφές κάτω από έναν πλάτανο.
Σ' ένα χωριό που δεν είχα ποτέ.
Πεισματικά κάποια κομμάτια μας δεν αλλάζουν ποτέ.
Πείσματα του έρωτα με τον εραστή εαυτό μας.

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

εαυτέ [24/08/2015]

βαραίνει το κεφάλι.
μετά από μια ηλεκτρική στιγμή.
πέφτει βαρύ κι αφήνεται.
στη δίνη.
ένα μούδιασμα και μια ζάλη.
καταπίνουν κάθε τι ζωντανό.
κι όμως παρουσιάζεις κάθε μέρα την ίδια δύναμη.
να θρέφεις τη δίνη.
να σηκώνεις ξανά το κεφάλι.
το πεδίο στενεύει γύρω σου.
οι ήχοι παύουν.
η αφή χάνεται.
η ζωή τρέχει.
κι εσύ εαυτέ βουλιάζεις.
φαντάσματα κυνηγάνε το νου.
ένα νου σαλεμένο και σαστισμένο.
προδωμένο κάθε τόσο.
έτοιμο να παραιτηθεί.
να αφήσει ένα ξεφύσημα και ν' αφεθεί.
δεν ξεκουράζεται ο νους.
ποτέ.
βασανίζεται και οπλοφορεί διαρκώς.
τρομάζει και χάνεται.
κρύβεται σε σκιές.
ο νους σου εαυτέ.
τούτο το τρελαμένο μυαλό που χάνεις.
άφησες την καρδιά να κάνει παιχνίδι.
σε μόλυνε με τα ψέμματα της.
με τα παραμύθια της.
έστησε ένα ωραίο τσίρκο.
πήρε τους πιο δυνατούς ακροβάτες.
και σε πέταξε στη φωτιά εαυτέ.
παραιτήσου τώρα εαυτέ.
καληνύχτα εαυτέ.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

4 παρά κάτι [22/08/2015]

Τώρα ξέρεις.
Ή δέχεσαι ή αρνείσαι.
Δε θα μιλήσει ποτέ.
Δε θα υπερβεί ποτέ κανένα όριο.
Δεν πήρε φτερά στην είσοδο.
Ένα εισιτήριο απλό έκοψε.
Της ήταν πιο εύκολο μάλλον έτσι.
Ούτε για τις δυσκολίες,
ούτε για τις ευκολίες μιλούσε.
Δειλά δειλά μόνο για το πολύ κοντινό μέλλον.
Και για ένα άλλο τόσο μακρινό που φάνταζε ποτέ ή πάντα.
Ερχόταν αργά.
Αν ερχόταν.

Κι εσύ εκεί δέντρο μοναχό.
Να χτυπιέσαι από τις τέσσερις εποχές,
τέσσερις τουλάχιστον φορές τη μέρα
για τέσσερις παρά κάτι μήνες.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

ΕΜΕΙΣ/ΕΣΕΙΣ/ΑΥΤΟΙ [20/08/2015]


Σπάσαμε τα κόκαλα του σκελετού μας.
Παραπάνω από δύο φορές.
Για να ξεκαλουπωθούμε.
Και μπήκαμε σε νέες φόρμες.
Κι αντέξαμε και πνίξαμε το παιδί.
Ανεβάσαμε μια σκάλα πιο πάνω την ωριμότητα της γλώσσας.
Καταπνίξαμε τη γλυκιά στιγμή.
Τη βάλαμε σ' ένα ντουλάπι για άλλες μέρες.
Ανατρέψαμε τα στερεότυπα.
Χωριστήκαμε σε δυο ή σε τρεις φυλές.
Πιέσαμε το δέρμα να μπει σε νέο μπουκάλι.
Αψηφήσαμε το φύλο και τη χώρα μας.
Τη φυλή και τη φύση μας.

Κι ύστερα απ' όλα αυτά ένας κόμπος
στο λαιμό έγινε δάκρυ.
Μας έλειψαν βλέπεις
όλα εκείνα τα ολάνθιστα ερωτικά λόγια
των οποίων είμαστε απόγονοι.



Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

βιογραφία [19/08/2015]

Τι παρεξηγημένο χρώμα!
Δε την ένοιαζε.
Τα πόδια της ήταν σανδάλια πύρινα.
Και ο κορμός της μια καρβουνιασμένη γη.
Περιφερόταν στους αιώνες με μια βαθιά μελαγχολία.
Όχι για το καρβουνιασμένο σώμα.
Μα για το νερό που της είπαν να γυρέψει.
Δεν ήξερε αν το 'θελε ή αν το χρειάστηκε ποτέ.
Αν της είπαν να το βρει για σωτηρία ή φυλακή.
Όλη τη ζημιά, την κάναν τα σανδάλια.
Κανένας δε νοιαζόταν να ξεδιψάσει το καμμένο σώμα.
Ούτε την ίδια την πείραζε.
Θα 'λεγα μάλιστα πως το αγαπούσε.
Μα η μεγάλη της λατρεία ήταν κείνα τα σανδάλια.
Δεν καταλάβαινε γιατί κανείς δε τα 'θελε στα πόδια της.
Γιατί φαγώθηκαν όλοι να καρβουνιάσουν κι αυτά.

Ένα πρωί σηκώθηκε.
Έντυσε με μαύρα ρούχα το πληγιασμένο σώμα.
Κούμπωσε τα πύρινα σανδάλια της.
Και βούτηξε σε μια θάλασσα από έρωτα.
Έσβησε και άναψε ξανά.

καληνύχτα ΞΑΝΑ [19/08/2015]

Θα σου έγραφα ένα ποίημα ένα βράδυ.
Την ώρα που θα ονειρευόσουν.
Ή απλώς θα κοιμόσουν.
Όμως ο ύπνος δεν είναι φίλος σου.
Κι εγώ δεν ξέρω αν είσαι απ' τον κόσμο αυτό ή απ' άλλον.
Δεν ξέρω τι μπορώ και τι θυμάμαι.
Ο χωροχρόνος δεν φέρεται δίκαια.
Τον κοντράρω.
Μα πάντα σε υπακούει.
Κι εκεί που νιώθω να χάνω κάθε τι δικό μου.
Να την πάλι αυτή η παράξενη ζεστασιά.
Η επιρροή που κάνει το λόγο πεζό και άθλιο.
Που αν λίγο της κακιώσεις.
Γεννάει ποίηση, μουσική, χρώματα.
Στα άθλια βράδια μου πίνω νερό.
Σαν τελευταία λύση να με πνίξει.
Οι σκέψεις μου γίνονται όλο και πιο θολές.
Αναδύεται κάτι κι εγώ θρηνώ ο,τι χάθηκες.
Στα άσχημα βράδια μου.
Λες καληνύχτα.
Σαν κατάρα και σοφία.

Λόγοι άγνωστης προέλευσης [19/08/2015]

Μια στιγμή θέλουν οι άνθρωποι.
Να κοιταχτούν στα μάτια.
Να αναγνωρίσουν τη φυλή τους.
Να αγκαλιαστούν και να κλάψουν.
Μια στιγμή μες στη μελαγχολία ζητάω.
Σαν εκείνη που σε πρωτοείδα.
Κι έπαιζες σαν σκιά γύρω μου.
Μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι.
Δειλή σαν από πάντα.
Και σίγουρη σαν για πρώτη φορά.
Όχι για το δρόμο.
Αυτός είναι άγνωστος.
Μα για το ότι υπάρχει ένα χέρι να πιαστώ.
Ξανά το τρελαμένο κορίτσι φωνάζει.
Οι κραυγές της μας έχουν επηρεάσει όλους.
Τρομάζω παραπάνω μερικές φορές.
Κι έχω πνιγεί στο μπετό.
Σαν θα βγάινω, θα 'θελα να την τραβήξω κι αυτήν έξω.
Κι όλους όσους ουρλιάζουν.
Όλους όσους βασανίζονται από λόγους άγνωστης προέλευσης.

ΞΥΠΝΗΜΑ σε απόγευμα υγρό [19/08/2015]

Τι παράξενες μέρες!
Η βαβούρα των δρόμων να φτάνει μέσα μου ξένη.
Ξένη κι αδιάφορη.
Το τρελαμένο κορίτσι στον άλλο όροφο.
Με ηρεμεί με την κραυγή του.
Το ρολόι έχει κολλήσει.
Το ημερολόγιο το ίδιο.
Ο χειμώνας δεν έρχεται.
Το σπίτι ακόμα άδειο.
Και ζω με το φόβο μη δε γεμίσει ποτέ.
Μη δε σε φτάσω ποτέ.
Συγχώρα με αγάπη μου.
Δεν ξέρω τι γράφω και σε ποιόν.
Σε μένα ή στο μικρό μου εαυτό.
Σε μπλέκω με το μέλλον.
Κι έρχεσαι από το παρελθόν.
Υπάρχει όμως μόνο το τώρα.
Ένας αλλόκοτος στρόβιλος τούτες οι μέρες.
Μια φωτιά και μια ατέλειωτη έρημος.
Και οι φόβοι, πάντα φόβοι.
Να αντέχουν κάθε θερμοκρασία και συνθήκη.
Να με ξυπνάς.
Στον ύπνο θεριέυουν.
Έστω να με ξυπνάς.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

11.20 [15/08/2015]


Δύο ώρες μετά τα ξημερώματα.
Σου γράφω για τις έντεκα και είκοσι.
Σου γράφω, σου σβήνω.
Εδώ πάντως. Παρούσα.
Τις σιχαίνομαι τις απώλειες.
Τις μισώ τις εξαφανίσεις.
Εγώ πρώτη και καλύτερη καταρριέμαι τις σιωπές.
Εσύ τις εφαρμόζεις.. τις σιωπές και τις εξαφανίσεις.
Εσύ έχεις λόγους.
Εγώ, στα μάτια σου, δεν έχω.
Εσύ κρατάς μούτρα.
Εγώ κρατάω πόνο, θυμό, ζήλεια και τρέλα.
Εσύ μιλάς με μέτρο.
Εγώ υπερβάλλω.
Εσύ ξαγρυπνάς.
Εγώ εξαντλούμαι.
Και μια τέτοια λίστα θα συνεχιστεί.
Απόψε.. σαν θα σε ψάξω στο άδειο κρεβάτι.
Αύριο.. σαν θα αργώ να σου πω καλημέρα.
Τώρα.. που σε ψάχνω.
Πριν.. που με έψαχνες εσύ.
Στις έντεκα και είκοσι.. που σταμάτησε το απόψε.
Σα να έπεσε πάνω μου ο παντοκράτορας.
Σαν ένα τραγούδι που με έκλεψε.
Σαν τα φαντάσματα που με στοίχειωσαν πάλι.
Σαν εκείνο το κομμάτι που κάποτε μου στειλες.
Και με καθησυχάζει.
Είναι τα χέρια σου.

Σκάρτη και κενή και μόνη.
Στις έντεκα και είκοσι ακριβώς.
Με ρούφηξε μια δίνη.
Μόνο εκείνο το κομμάτι με πήρε αγκαλιά.

Δεκαπενταύγουστος σε εκκλησιά, νύχτα,
το πιάνο ακουγόταν σα χαμένη αγκαλιά,
κι εσύ έλειπες.

Τόση γλυκιά θίψη, σχεδόν φόβος.
Άλλο ένα τοπίο της ζωής μου.
Και πάλι λείπεις.

σιωπώ [15/08/2015]

χρωστάω να σου εξηγήσω τις σιωπές μου.
θα τις πάρω μια μια.
σιωπώ όταν είμαι πληγωμένη.
σιωπώ όταν νιώθω ηττημένη.
σιωπώ όταν θέλω να πω κάτι που δε θα μπορείς να παραβλέψεις.
σιωπώ όταν δεν ξέρω τι περιμένεις.
και νιώθω λίγη κ μικρή κ φοβάμαι μη δεν έχω να στο δώσω.
σιωπώ όταν το μόνο που έχω να πω,
είναι σιωπή και θλίψη και χαμός.
σιωπώ σαν νιώθω παγωμένη κι εξαντλημένη.
από μένα, από σένα, από τον κόσμο και τον ουρανό.
τούτες τις σιωπές μου μην τις μισείς,
μήτε να τις φοβάσαι.
υπάρχεις και σε αυτές σαν οργή και σαν γιορτή.

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικες παρ(αισθήσεις) [14/08/2015]


Σηκώθηκε ένας αυγουστιάτικος λίβας.
Προμήνυσαν βροχή.
Μπας και σβήσει τις φωτιές.
Μα η αγία ήταν θυμωμένη.
Θυμωμένη για τα μελλούμενα.
Οργισμένη για κείνα που θα τη βρουν.
Μέσα στο μικρό διαμέρισμα.
Ο καυτός αγέρας βασάνιζε κάτι κουτιά.
.
.
.
.
Ο λίβας συνεχίζει να φυσά.
Κατεβαίνω τα δυο σκαλοπάτια.
Κι οδεύω προς το σπίτι.
Μια ημικρανία χορεύει με το λίβα στο κεφάλι μου.
Δυο-τρεις λέξεις χορεύουν στο στόμα μου.
Κι η ίδια φιγούρα ακίνητη στα μάτια μου.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Βροχή τιθασεύει υπερβολή [12/08/2015]

Η βροχή δε ήταν ποτέ ερώτηση.
Η βροχή απαντούσε.
Θύμιζε. Ξέπλενε και δρόσιζε.
Καμιά βροχή δεν έφερε κακά μαντάτα.
Καμιά βροχή δε δίχασε.
Ένωνε. Τιμούσε κι αγκάλιαζε.
...
Έτσι κι εκείνο το απόγευμα του καλοκαιριού.
Μια χρυσή βροχή σε έφερε πίσω.
Λίγα λεπτά πριν η απελπισία την πιάσει απ' τα μαλλιά.
Την ψυχή την κάργια.
Έτοιμη ήταν να λυσσάξει ξανά.
...
Για ένα, δυο το πολύ πέντε λεπτά απουσίας σου.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Θυμωμένο [04/08/2015]


Να πας να γαμηθείς.
Να τρέμεις σε χέρια οικεία.
Να υποφέρεις που δεν απειλείσαι.
Να είναι ζεστά και τρυφερά.
Να σου καλύψουν κάθε πληγή.
Μη τυχόν και δυναμώσεις.
Δυνατή σε θέλουν για να μπορείς.
Να μπορείς να αντιστέκεσαι σε λόγια.
Μα να δίνεις σάρκα και αίμα.
Τη σάρκα και το αίμα δε τα υπολογίζουν μάλλον.
Δεν ξέρουν από χημεία, βιολογία και σοφία.
Δεν ξέρουν πόσες σάρκες θέλουμε να σκίσουμε.
Από ζήλια, έρωτα, μίσος και πάθος.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Κρασί [02/08/2015]

Κρασί δίπλα στη θάλασσα.
Να πίνεις και να ζαλίζεσαι.
Από αχορταγία τόλμησα να αναρωτηθώ.
"Μαζί πότε θα πιούμε;"
Κι είχαμε πίει.
Και σε αυτή τη ζωή.
Και ίσως και σε μιαν άλλη.
Από το ίδιο ποτήρι τότε.
Και μέθυσαν τα συναισθήματα μου.
Κι ακόμα μαθυσμένη ψάχνω
τα δικά σου υπερφυσικά
σ' ένα ποτήρι λευκό κρασί.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Eνήλικα Παιδιά [03/08/2015]


Δε νομίζω ότι υπήρξε πιο ξέγνοιαστος έρωτας.
Έμοιαζε με ανώριμη πλάκα.
Με την αυτοκρατορία των μπάρμπι.
Θα σε κάνω ντα, να με κάνεις ντα.
Είχε κάτι ξεδιάντροπα αγνό και φοβικό.
Κάτι παιδιάστικο.
Με παιδί που παιρνούσε δύσκολη εφηβεία.
Κι ας το έμαθαν να κάνει τον ενήλικα.
Είναι όμορφα τα παιδιά.
Έχουν αυτή την άγνοια του φόβου.
Εμπιστεύονται σχετικά εύκολα.
Μα σαν ενήλικα παιδιά, εμπιστεύονται πανεύκολα.
Θέλουν ειλικρίνεια γιατί δεν ξέρουν να ψάχνουν.
Μασάνε έτοιμη τροφή και το μυαλό τους δε μπλέκεται.
Τέτοια παιδιά δεν ερωτεύονται.
Γιατί ο έρωτας είναι μυστήριο και χάσιμο.
....
Τέτοια παιδιά με γοητεύουν λίγο.
Με θλίβουν και με την ελπίδα-ίσως κάποτε-μεγαλώσουν.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

διάφανη συνεργασία [26/07/2015]

Ξεμένω συχνά.
Από ποτό, από λέξεις, από πράξεις.
Το μόνο που μονίμως έχω είναι τσιγάρα και σκέψεις.
Κι ένα φεγγάρι πάνω από το κεφάλι μου.
Να με στοιχειώνει, σα μαύρο συναίσθημα.
Να κάνει τα σαγόνια μου να τραυλίζουν σαν τρόμος.
Τα μάτια μου ν' ανησυχούν σαν απειλούμενα.
Και την καρδιά μου να μη χτυπά πια.
Σε κανένα ρυθμό.
Ούτε δικό μου, ούτε δικό της.
Τα όνειρα προσπερνούν γκαζωμένα.
Κι αυτή σε μια γωνιά ξένη. Δική της.
Σα να έβαλε στοίχημα η ζωή.
Να μου γαμήσει τον κόσμο.
Οι ευφυείς δουλεύουν ο ένας για τον άλλον.
Οι υπόλοιποι ψάχνουμε τα σημάδια.
Σε ποιό τραπέζι πουληθήκαμε;
Πόσο; Και γιατί;

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

σκόρδο [20/07/2015]


Νιώθω πάντα ότι κάποιος με περιμένει.
Πέραν του ότι νιώθω πάντα ότι κάτι με περιμένει.
Μέσα σε αυτό το συναίσθημα.
Αυτοκτονούν συχνά νεογέννητα τα θέλω μου.
Έχω ανάγκη να ηρεμήσω.
Να μη νιώθω άλλα, μόνο τα βασικά κι αυθεντικά.
Αν υπάρχουν.
Νιώθω πάντα ένα μικρό τραγανό σκόρδο.
Και μια παλάμη να το λιώνει και με καταδιώκει 
αυτός ο τραγανός ήχος του λιωσίματος.
Και μέσα σε αυτή την καταδίωξη.
Συγκινούμαι και ξεχνώ το σχέδιο που κατέστρωνα για την ηρεμία.
Κλείνω, ευχόμενη να 'ναι τα τελευταία κομμάτια.
Κάθε φορά όμως ένα καινούριο τέτοιο σκόρδο γεννιέται.
Καίει και είναι τραγανό κάθε φορά.
Σαν ένας μπαγιάτικος πόνος που καίει και πονάει,
κάθε φορά που έρχεται το ίδιο.
Με ανησυχεί που είναι η ρίζα του.
Ποιο εύφορο χώμα τη φιλοξενεί.

Χθες αγόρασα ένα λίπασμα σχεδόν δολοφονικό.


Κρεμμύδι-Σφυρί [20/07/2015]

Με ρώτησες αν με αγαπώ.
Και σου είπα όχι.
Και με κατηγόρησες για κείνα που κάνουν όσοι αγαπούν.
Δεν είχαν δύναμη άλλη τα χέρια μου.
Δεν είχα άλλο τρόπο.
Η γραφή είναι αργή.
Και η γλώσσα δεμένη.
Δεν ξέρω άλλους τρόπους για να πω το "μείνε".
Κι εσύ ολόκληρη είσαι το "φεύγω".
Έμαθα καινούρια λέξη.
Τη λένε εμπλοκή.
Ξέρεις τι είναι να νιώθεις κατώτερος.
Σε μια σχέση-των δύο.
Να φοβάσαι κι από φόβο να δημιουργείς.
Να ρωτήσεις τι; Ποια ιστορία;
Με τι κουράγιο;
Να φταις και να ρωτάς;
Να πληγώνεις και να ρωτάς;
Είτε αστεία, είτε τίποτα.
Κι ήταν κι εκείνο το κρεμμύδι, που αντι να το ξεφλουδίσει,
έφτασε την καρδιά του σπάζοντας το με ένα σφυρί.

Ειν' άλλο [20/07/2015]

Να σε μαγκώνει όλο σου το "είναι".
Είν' άλλο.
Να σε κλείνουν οι δικοί σου φόβοι.
Είν' άλλο.
Να μην σε προλαβαίνεις.
Είν' άλλο.
Να ανησυχείς μην πεις ή μην κάνεις κάτι που δεν πρέπει.
Είν' άλλο.
Να μην ξέρεις ποιος σου φόρεσε τα "πρέπει".
Είν' άλλο.
Να έκανες ήδη κάτι που "δεν πρέπει" άθελα σου.
Είν' άλλο.
Να μη σταμάτησες να το προλάβεις γιατί είχες χαθεί μες στο όνειρο.
Είν' άλλο.
Να 'χεις να σε διαχειριστείς μην τύχει και σε απογοητεύσω.
Είν' άλλο.
Να μην αντέχω να αντιμετωπίζω όσο ζόρι υπονοείται ή έρχεται.
Είν' άλλο.
Είν' άλλο.
Είν' άλλο αυτά.
Κι άλλο να φεύγεις.
Γιατί στο φευγιό σπάνια υπάρχει επιστροφή.
Όποιος κι αν φύγει πρώτος.

Οι συμβουλές του Καρλ [20/07/2015]

Γράφω καμιά φορά σημαίνει μεγενθύνω.
Μεγενθύνοντας παρατηρείς καλύτερα.
Κρυμμένα νοήματα που μικρός ακόμα είτε αγνόησες είτε έχασες.
Και χάλασες τόσο γραφίτη και χαρτή.
Για να πιάσεις ένα πρωί τον εαυτό σου.
Προδωμένο από σένα τον ίδιο.
Στον κόσμο που έφτιαξες να ζεις.
Και ταξίδεψες να δεις.
Και είδες, τύφλωσες μα δεν τυφλώθηκες.
Αργότερα μόνος. Πάντα μόνος.
Γύρισες πίσω.
Στις υγρές νύχτες του καλοκαιριού.
Που για χίλιους λόγους έπαιξες τον τυφλό.
Κι όταν άνοιξαν τα παράθυρα του χειμώνα.
Τα μάτια εκείνα τα τυφλά.
Κρύσταλλα έγιναν να καθρεφτίσουν όλα τα παραπάνω.

Ο Κάρλ φώναξε "πιες γέρο να ζεστάνεις τούτη την καρδιά,
μπας και δακρύσουν κι αυτά τα μάτια".

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Άλλη μια ήττα [19/07/2015]

Σε όσα ετριζαν μεσα μας.
Σε κείνα φώλιασε η ελπίδα.
Αυτη η γριά που κάθε φορά κρατάει στο χέρι της το "νομιζω".
Πιστέψες παλι ανώφελα πως "μπορεις".
Λες και εκτός απο το να επιβεβαιώνεις τη σαπίλα σου -εκανες τιποτα αλλο;-
Ποσα θρήνησες πριν πρόλαβεις ν'αρνηθεις.
Ποσα ήξερες οτι πονάνε, πριν καν ανοίξεις την πληγή.
Κι ετσι Εφτασες εδω.
Και η γριά παλι έσπασε και πηρε πισω το ρήμα.
Κι ενα τετοιο πρωινο.
Θα ζητήσεις να αγοράσεις.
Αυτο που οι άλλοι πιστεύουν.
Αυτο που δεν προλαβαίνεις να δείξεις.
Αλλα προλαβαίνεις πάντα να χαλασεις.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

παρηγοριά [13/07/2015]


Καμιά φορά, αναπολώ εκείνη τη γλυκιά μανούρα.
Σαν όταν σε πρωτοσυνάντησα.
Εκείνη την τρέλα.
Εκμηδένιζε τις αποστάσεις.
Κι ας μάγκωνε τα σώματα.
Έκανε ιερή τη Στιγμή.
Κι έσπρωχνε το χρόνο.
Ύστερα μπήκαμε στην εποχή των παγετώνων.
Ντάλα καλοκαίρι!
Τι στριμμένα έντερα και σωθικά κουβαλάμε.
Σαν να πάγωσε ο εντός μας τόπος.
Ο ήλιος δεν έλιωνε τίποτα.
Και η κρυστάλλινη σιωπή, άφηνε ήχους τραγικούς.
Δεν ξέρω τι δώρο να κρύψω και να σου φέρω.
Ποια στιγμή αναπολείς ή ονειρεύεσαι.
Αν το κάνεις.
Ξέρω πως το νερό της βροχής είναι αλμυρό.
Σπάει τον πάγο.
Μα αργούν ακόμα τα πρωτοβρόχια.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

συναίσθημα [11/07/2015]

Πονάει τόσο αναθεματισμένα πολύ.

Και πότε πρόλαβε να γίνει πολύ.

Κι η μοναξιά του πολύ.

Είναι εκτός από όπλο και παρηγοριά.

Τουλάχιστον εσύ δε φέρεις πληγές.

Από αυτό το μεταλλικό κολιέ.

Που μου σφίγγει το λαιμό.

Καθώς αστράφτει σα δώρο.

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Σύμπτωμα 2 [10/07/2015]

Όταν κλαις να χαίρεσαι.
Όταν σφίγγεται το στομάχι και ο κόμπος στο λαιμό.
Να θλίβεσαι.
Να ξέρεις πως η κλωστή σου πάει για σπάσιμο.
Συνήθως από ξένα χέρια.
Και σίγουρα απ' τα δικά σου δάχτυλα.
Αυτοστραγγαλίζεσαι.
Πνίγεσαι από λόγια που δεν πρόλαβες να πεις.
Κι από λόγια που σου στέρησαν και δεν άκουσες.
Θα πνίγεσαι πάντα μέχρι να μάθεις είτε να διεκδικείς, είτε να κλέβεις.
Και οι φονιάδες σου μαζί και ο εαυτός σου.
Στο 'παν απ' την αρχή.
Μα ύστερα όλοι αυτοί σε συμβούλεψαν.
Ανεξαρτησία είπαν. Λες κ είσαι χώρα.
Και σημαίνει και μοναξιά.
Όταν ο κόμπος στο στομάχι σκληραίνει.
Δεν είναι η μοναξιά που προσφέρει τη σκληράδα.
Είναι η ανεξαρτησία και η αυτάρκεια σου.
Χώρα, κακομοίρα χώρα.
Μεγάλωσαν τόσο που δε μπορείς να τις χωρέσεις εντός σου.

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

απ' τη ρίζα [09/07/2015]

καμιά φορά το "ρε δεν πάτε να γαμηθείτε".
δεν αρκεί.
μια μεγάλη φωτιά να κάψεις όσους ύπουλα και συμβουλευτικά.
σε γάμησαν.
δεν αρκεί.
καμιά φορά ψάχνεις πως σκάνε όλοι.
κι ύστερα μετανιώνεις που τους έκοψες τη φωνή, τη στιγμή, τη φαντασία.
όμως υπάρχεις και υπήρξες.
και το λάθος-αν υπήρξε τέτοιο-είναι ό,τι δέχτηκες.
σπείρε ξανά και θέρισε όταν πρέπει.
πάρε κεφάλια κι ας τα αγάπησες.
πάρε τόσο όσο αγάπησες.
κόφτο από τη ρίζα μη σαπίσει άδικα και μόνο.
από τη ρίζα σου.
όλο.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

απολύσεις θα γίνουν; [04/06/2015]

Η απόρριψη στη ζωή έρχεται με λουλούδια στο χέρι.
Έρχεται με όμορφα μάτια και χαμόγελο.
Κάθεται σε μια όμορφη καρέκλα.
Μιλά για τον εαυτό της και τον έρωτα της.
Δεν είσαι εσύ.
Αν ήσουν θα της έβγαινε, θα της ξέφευγε.
Τα μάτια της ξερνάνε εικόνες.
Εικόνες που μουδιάζουν τον ακροατή.
Θέλει να μείνει κουφός και τυφλός.
(Μην αυταπατάσαι καρδιά μου, και η καρδιά σου έτσι θα 'νιωθε)
Κι έπειτα ο χρόνος.
Να εξηγείς, να αναλύεις, να συγκρατείς.
Πόσα γκέμια σε μια και μόνο άμαξα;
Και ο ταμίας πάντα ψύχραιμος, να δίνει τρομακτικούς λογαριασμούς.
Παίρνει ένα και δίνει κανένα.
Και ταμίας είναι σχεδόν πάντα αυτό το ένα.
Μέχρι να απολυθεί, από προϊστάμενο και διεύθυνση.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Πρόχειρος Απολογισμός [02/07/2015]


Πέρασες προχθές.
Για λίγο, για έναν καφέ.
Φιληθήκαμε.
Είπαμε χαζομάρες.
Ξέχασα να σου πω πως "σ' αγαπώ".
Το 'κανες θέμα.
Θα στο λέω.

Μα τους φόβους και τις παύσεις.
Αυτά, τι να τα κάνω;
Θα τα ντύσω στοιχειά.
Θα τα παίρνω μαζί μου στις αλαφροΐσκιωτες βόλτες μου.
Θα τα ντύνω καρναβάλι και βροχή.
Θα τα ντύσω γιασεμί και κρασί.
Θα τα γδύνω και θα τα κρατώ κοντά μου.

Μην τολμήσει κανένας και σ' αγγίξει άλλο.
Μη σου γεμίσει δάκρυα το σώμα.
Και πόνους τα μάτια.

Μα τούτους τους φόβους και τις παύσεις,
τα γιασεμιά και τη βροχή.
Μη τα μισήσεις.
Μας ανήκουν.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Άθληση Βασανιστική [27/06/2015]

Ξεκινάω να πιάσω χαρτί και μολύβι.
Μήπως τάχα βγει όλο αυτό.
Πολλές φορές θυμάμαι εκτόνωσα αισθήματα που άγαρμπα φώλιασαν μέσα μου.
Άλλες φορές πάλι βάφτισα το αίμα στο οινόπνευμα.
Και κάτι λίγες φορές το συναίσθημα πήρε τη μορφή στην ύλη που ήθελε, στο σώμα που έψαχνε.
Πιάνω να γράψω και πονάνε τα άκρα μου.
Δε μπορώ να τιθασεύσω τις εικόνες και τις λέξεις.
Γίνομαι κακή και άδικη. Κι ας μη το ξέρεις.
Και δε μπορώ ούτε να σου θυμώσω.
Είσαι εδώ όπως μπορείς. Συνέχεια.
Δε μπορώ να σε μισήσω και να σε εκδικηθώ.
Μόνο μια επικίνδυνη ασφάλεια φαντάζομαι.
Και την ίδια στιγμή να με επαινώ που σε ζήτησα εδώ.
Και οι νύχτες είναι πιο βάσανο.
Και τα καλοκαίρια και οι αργίες.
Έρχεσαι με όνειρα και εικόνες φωτεινές.
Γεμίζει το μυαλό "θέλω".
Η σάρκα απαιτεί.
Κι ο φόβος αρρωσταίνει.
"Φόβος για όλα από δω και πέρα" που λέει και η ποιήτρια.
Μη φοβηθείς, μη βαρεθείς, μη φύγεις.
Μη δε δειλιάσω, μη βαρεθώ, μη σ' αφήσω.

Κι ύστερα σε μια στιγμή καθαρή.
Τούτο το πήγαινε και το έλα.
Τούτη η μάχη.
Ξέρεις.
Ξέρω.
Είναι τερέν εραστών. 

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

συγκάτοικοι [25/06/2015]

θα βγω στην αγορά σήμερα.
θα αγοράσω ένα ψέμα.
για να βγάλουμε την εβδομάδα.
εγώ και ο κακομούτσουνος συγκάτοικος μου.
θα το βάλουμε στη μέση, στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι.
θα κόβουμε και θα μασουλάμε με τα χέρια.
κάθε τόσο θα αλλάζουμε κανάλι.
τις νύχτες θα ροχαλίζουμε εκνευριστικά.
έτσι που κανένας να μη μας αντέχει.
το πρωί θα κάνουμε το λουτρό χάλια.
όσα πρωινά δηλαδή θα επιλέγουμε να ξεπλύνουμε το σώμα από τη βρώμα.
όλη την εβδομάδα θα μένουμε σιχαμένοι.
κι όμως οι γείτονες θα μας καλημερίζουν.
δε θα τους λέμε καλημέρα.
ποτέ δε τους λέγαμε.
δε θα ψάχνουμε τα "θέλω" μας.
δεν έχουμε "θέλω".
έχουμε το ψέμα μας, την αηδία και το αίσχος μας.
κι αν υπάρξει κάποιο "θέλω".
διογκώνεται ο αηδιαστικός εαυτός μας.

Τα του αίσχους. [25/06/2015]

Είσαι εκείνο το μικρό ενοχλητικό τίποτα.
Εκείνο το ασήμαντο λάθος που σε κάποιους συνέβη.
Είσαι το χωρίς λόγο ελάχιστο που συνάντησες.
Το άοσμο, άγευστο, περιττό.
Το μόνο που πέτυχες είναι η αυτοκαταστροφή.
Δεν  υπήρξες ικανή να σακατέψεις ούτε κόκκο άμμου.
Μαστίγωσε τώρα τούτο το κουφάρι που σέρνεις.
Τούτο που δεν έχει ψυχή.
Δε θα αποκτήσει κάτι.
Γιατί δεν ήταν και ποτέ κάτι.
Κι όταν κάποτε κάποιος άτυχος σε καθρέφτισε.
Δε μπόρεσες ούτε να τον σπάσεις μαλακισμένο.
Παρά μόνο να ασχημήνεις τη μορφή που καθρέφτιζε.
Ούτε να χαθείς δεν τόλμησες.
Τόσο αίσχος.
Μόνο να το αηδιάσεις κι άλλο.
Έτσι είναι οι άσχημοι άνθρωποι σαν εμένα.
Μόνο αίσχος και αηδία σε έναν κωλοπαιδίστικο εφηβικό και αέναο χορό.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

δεν [21/06/2015]

Δεν απολαμβάνω τον αέρα.
Αν δε με φιλάς.
Κι αν οι κόποι μας.
Δε γίνονται σάρκα ιδρωμένη κι αχόρταγη.
Δεν κυλάνε οι μέρες.
Αν δε χτίσουμε το δρόμο του φευγιού (μας).
Δε στέκουν τα κόκαλα.
Μήτε στιγμή ήρεμα.
Αν τα χέρια σου δε τα τακτοποιήσουν.
Δε σπάνε οι φόβοι.
Αν δε σε θρυμματίσω.
Ανταλλάσσουμε ευθύνες και βάσανα.
Αντιστεκόμενοι σε έναν ορμητικό ποταμό.
Που άλλοτε δροσίζει και ξεπλένει.
Κι άλλοτε γδέρνει και τιμωρεί.
Τούτο αποκαλούμε έρωτα.
Θα προσυπέγραφες το ξέρω.


Ο πεζός και ο ανόητος. [21/06/2015]

Ο πεζός έστρωσε το γύρω του κόσμο.
Με πέτρες καλά λειασμένες.
Σχεδόν επίπεδες.
Περπάτησε με διάθεση.
Μα δε θα έβαζε άλλο υλικό.
Παρά μόνο πέτρες.
Ήταν σίγουρος για τις πληγές κι είχε υπολογίσει τα γδαρσίματα.

Ο ανόητος έστρωσε το γύρω του κόσμο.
Με πέτρες, ξύλα, μπαμπάκι, λουλούδια, φτερά, κρασί, φωτιά, αέρα και χώμα.
Σχεδόν ανισόπεδο.
Περπάτησε με προσπάθεια.
Μα θα έβαζε κι άλλα υλικά.
Όχι μόνο έρωτα μα και λίγο μίσος.
Ήταν σίγουρος για τις χαρές κι είχε μετρήσει και τα στριμώγματα.

Συναντήθηκαν στις πέτρες, με λίγο κρασί, ανάγκη για αέρα
κι ένας έρωτας να τους μισεί.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

ένας δυνάστης δάσκαλος [19/06/2015]

Να σου κόβει τα χέρια.
Να σου παραλύει τα νεύρα.
Να σε οδηγεί και να σε χάνει.
Να σε χαίρεται και να σε χαιρετά.
Ένα σκατόπλασμα ο έρωτας.
Μια οργή κι ένα όνειρο.
Μια ικασία κι ένας θάνατος.
Σε σαπίζει καθημερινά.
Του πας κόντρα.
Στο γυρίζει πρίμα.
Του πετάς πέτρες.
Σε ερεθίζει με χάδια.
Και πας συνέχεια κόντρα.
Δεν παραδέχεσαι συναισθήματα.
Τον εξοργίζεις και νικά.
Τον θανατώνεις για μια στιγμή.
Περνάει λαμπερός στην αιωνιότητα.
Τιμώντας σαν αγαπημένο του παιδί.
Κείνο που ξεκάθαρα πέθανε πρώτο.