Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

απλά υπάρχει [27/08/2015]


Υπάρχει πάντα κάτι πολύπλοκο στην απλότητα.
Υπάρχει μια πληγωμένη φωνή.
Υπάρχει μια ίσια γραμμή από δάκρυα.
Ένας διάφανος κύβος με μια καρδιά μέσα.
Υπάρχει ένα γεωμετρικό σχεδιασμένο τρίγωνο.
Που η μια γωνία του πληγώνει το νου.
Υπάρχει ένας κύκλος στο χέρι.
Που ακινητοποιεί το σώμα σαν χειροπέδα.
Υπάρχει ένα ορθογώνιο.
Που διατηρεί τη φόρμα οργανωμένη.
Υπάρχει μια πυραμίδα.
Στιγμών, γεύσεων, αρωμάτων και συναισθημάτων.
Πως με όλα αυτά να σου μιλώ απλά;

Τα τέλη Αυγούστου [27/08/2015]

Maurice Prendergast. Lady in Yellow Dress in the Park

Τα τέλη Αυγούστου.
Με βρίσκουν πάντα μόνη, στην ίδια πλατεία.
Άλλοτε στη μια γωνία της κι άλλοτε στην άλλη.
Τα τέλη Αυγούστου.
Δε συγκρατώ συναισθήματα.
Χρόνια τώρα έρχεται μια μέρα του τέλους.
Και απαλλάσομαι από όλα τα συναισθήματα μου.
Κυρίως τα νοσηρά.
Τα τέλη του Αυγούστου.
Με πνίγουν σε μια ήρεμη και αισιόδοξη δύναμη,
Δε με κινητοποιούν.
Με συνεπαίρνουν.
Λόγω της παρατεταμένης εφηβείας μου.
Πεισματικά θ' αρχίζουν οι χρονιές.
Όταν θα ανοίγουν οι πόρτες των σχολείων.
Πεισματικά οι ονειρεμένες διακοπές.
Θα 'ναι ελληνικός καφές κάτω από έναν πλάτανο.
Σ' ένα χωριό που δεν είχα ποτέ.
Πεισματικά κάποια κομμάτια μας δεν αλλάζουν ποτέ.
Πείσματα του έρωτα με τον εραστή εαυτό μας.

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

εαυτέ [24/08/2015]

βαραίνει το κεφάλι.
μετά από μια ηλεκτρική στιγμή.
πέφτει βαρύ κι αφήνεται.
στη δίνη.
ένα μούδιασμα και μια ζάλη.
καταπίνουν κάθε τι ζωντανό.
κι όμως παρουσιάζεις κάθε μέρα την ίδια δύναμη.
να θρέφεις τη δίνη.
να σηκώνεις ξανά το κεφάλι.
το πεδίο στενεύει γύρω σου.
οι ήχοι παύουν.
η αφή χάνεται.
η ζωή τρέχει.
κι εσύ εαυτέ βουλιάζεις.
φαντάσματα κυνηγάνε το νου.
ένα νου σαλεμένο και σαστισμένο.
προδωμένο κάθε τόσο.
έτοιμο να παραιτηθεί.
να αφήσει ένα ξεφύσημα και ν' αφεθεί.
δεν ξεκουράζεται ο νους.
ποτέ.
βασανίζεται και οπλοφορεί διαρκώς.
τρομάζει και χάνεται.
κρύβεται σε σκιές.
ο νους σου εαυτέ.
τούτο το τρελαμένο μυαλό που χάνεις.
άφησες την καρδιά να κάνει παιχνίδι.
σε μόλυνε με τα ψέμματα της.
με τα παραμύθια της.
έστησε ένα ωραίο τσίρκο.
πήρε τους πιο δυνατούς ακροβάτες.
και σε πέταξε στη φωτιά εαυτέ.
παραιτήσου τώρα εαυτέ.
καληνύχτα εαυτέ.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

4 παρά κάτι [22/08/2015]

Τώρα ξέρεις.
Ή δέχεσαι ή αρνείσαι.
Δε θα μιλήσει ποτέ.
Δε θα υπερβεί ποτέ κανένα όριο.
Δεν πήρε φτερά στην είσοδο.
Ένα εισιτήριο απλό έκοψε.
Της ήταν πιο εύκολο μάλλον έτσι.
Ούτε για τις δυσκολίες,
ούτε για τις ευκολίες μιλούσε.
Δειλά δειλά μόνο για το πολύ κοντινό μέλλον.
Και για ένα άλλο τόσο μακρινό που φάνταζε ποτέ ή πάντα.
Ερχόταν αργά.
Αν ερχόταν.

Κι εσύ εκεί δέντρο μοναχό.
Να χτυπιέσαι από τις τέσσερις εποχές,
τέσσερις τουλάχιστον φορές τη μέρα
για τέσσερις παρά κάτι μήνες.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

ΕΜΕΙΣ/ΕΣΕΙΣ/ΑΥΤΟΙ [20/08/2015]


Σπάσαμε τα κόκαλα του σκελετού μας.
Παραπάνω από δύο φορές.
Για να ξεκαλουπωθούμε.
Και μπήκαμε σε νέες φόρμες.
Κι αντέξαμε και πνίξαμε το παιδί.
Ανεβάσαμε μια σκάλα πιο πάνω την ωριμότητα της γλώσσας.
Καταπνίξαμε τη γλυκιά στιγμή.
Τη βάλαμε σ' ένα ντουλάπι για άλλες μέρες.
Ανατρέψαμε τα στερεότυπα.
Χωριστήκαμε σε δυο ή σε τρεις φυλές.
Πιέσαμε το δέρμα να μπει σε νέο μπουκάλι.
Αψηφήσαμε το φύλο και τη χώρα μας.
Τη φυλή και τη φύση μας.

Κι ύστερα απ' όλα αυτά ένας κόμπος
στο λαιμό έγινε δάκρυ.
Μας έλειψαν βλέπεις
όλα εκείνα τα ολάνθιστα ερωτικά λόγια
των οποίων είμαστε απόγονοι.



Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

βιογραφία [19/08/2015]

Τι παρεξηγημένο χρώμα!
Δε την ένοιαζε.
Τα πόδια της ήταν σανδάλια πύρινα.
Και ο κορμός της μια καρβουνιασμένη γη.
Περιφερόταν στους αιώνες με μια βαθιά μελαγχολία.
Όχι για το καρβουνιασμένο σώμα.
Μα για το νερό που της είπαν να γυρέψει.
Δεν ήξερε αν το 'θελε ή αν το χρειάστηκε ποτέ.
Αν της είπαν να το βρει για σωτηρία ή φυλακή.
Όλη τη ζημιά, την κάναν τα σανδάλια.
Κανένας δε νοιαζόταν να ξεδιψάσει το καμμένο σώμα.
Ούτε την ίδια την πείραζε.
Θα 'λεγα μάλιστα πως το αγαπούσε.
Μα η μεγάλη της λατρεία ήταν κείνα τα σανδάλια.
Δεν καταλάβαινε γιατί κανείς δε τα 'θελε στα πόδια της.
Γιατί φαγώθηκαν όλοι να καρβουνιάσουν κι αυτά.

Ένα πρωί σηκώθηκε.
Έντυσε με μαύρα ρούχα το πληγιασμένο σώμα.
Κούμπωσε τα πύρινα σανδάλια της.
Και βούτηξε σε μια θάλασσα από έρωτα.
Έσβησε και άναψε ξανά.

καληνύχτα ΞΑΝΑ [19/08/2015]

Θα σου έγραφα ένα ποίημα ένα βράδυ.
Την ώρα που θα ονειρευόσουν.
Ή απλώς θα κοιμόσουν.
Όμως ο ύπνος δεν είναι φίλος σου.
Κι εγώ δεν ξέρω αν είσαι απ' τον κόσμο αυτό ή απ' άλλον.
Δεν ξέρω τι μπορώ και τι θυμάμαι.
Ο χωροχρόνος δεν φέρεται δίκαια.
Τον κοντράρω.
Μα πάντα σε υπακούει.
Κι εκεί που νιώθω να χάνω κάθε τι δικό μου.
Να την πάλι αυτή η παράξενη ζεστασιά.
Η επιρροή που κάνει το λόγο πεζό και άθλιο.
Που αν λίγο της κακιώσεις.
Γεννάει ποίηση, μουσική, χρώματα.
Στα άθλια βράδια μου πίνω νερό.
Σαν τελευταία λύση να με πνίξει.
Οι σκέψεις μου γίνονται όλο και πιο θολές.
Αναδύεται κάτι κι εγώ θρηνώ ο,τι χάθηκες.
Στα άσχημα βράδια μου.
Λες καληνύχτα.
Σαν κατάρα και σοφία.

Λόγοι άγνωστης προέλευσης [19/08/2015]

Μια στιγμή θέλουν οι άνθρωποι.
Να κοιταχτούν στα μάτια.
Να αναγνωρίσουν τη φυλή τους.
Να αγκαλιαστούν και να κλάψουν.
Μια στιγμή μες στη μελαγχολία ζητάω.
Σαν εκείνη που σε πρωτοείδα.
Κι έπαιζες σαν σκιά γύρω μου.
Μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι.
Δειλή σαν από πάντα.
Και σίγουρη σαν για πρώτη φορά.
Όχι για το δρόμο.
Αυτός είναι άγνωστος.
Μα για το ότι υπάρχει ένα χέρι να πιαστώ.
Ξανά το τρελαμένο κορίτσι φωνάζει.
Οι κραυγές της μας έχουν επηρεάσει όλους.
Τρομάζω παραπάνω μερικές φορές.
Κι έχω πνιγεί στο μπετό.
Σαν θα βγάινω, θα 'θελα να την τραβήξω κι αυτήν έξω.
Κι όλους όσους ουρλιάζουν.
Όλους όσους βασανίζονται από λόγους άγνωστης προέλευσης.

ΞΥΠΝΗΜΑ σε απόγευμα υγρό [19/08/2015]

Τι παράξενες μέρες!
Η βαβούρα των δρόμων να φτάνει μέσα μου ξένη.
Ξένη κι αδιάφορη.
Το τρελαμένο κορίτσι στον άλλο όροφο.
Με ηρεμεί με την κραυγή του.
Το ρολόι έχει κολλήσει.
Το ημερολόγιο το ίδιο.
Ο χειμώνας δεν έρχεται.
Το σπίτι ακόμα άδειο.
Και ζω με το φόβο μη δε γεμίσει ποτέ.
Μη δε σε φτάσω ποτέ.
Συγχώρα με αγάπη μου.
Δεν ξέρω τι γράφω και σε ποιόν.
Σε μένα ή στο μικρό μου εαυτό.
Σε μπλέκω με το μέλλον.
Κι έρχεσαι από το παρελθόν.
Υπάρχει όμως μόνο το τώρα.
Ένας αλλόκοτος στρόβιλος τούτες οι μέρες.
Μια φωτιά και μια ατέλειωτη έρημος.
Και οι φόβοι, πάντα φόβοι.
Να αντέχουν κάθε θερμοκρασία και συνθήκη.
Να με ξυπνάς.
Στον ύπνο θεριέυουν.
Έστω να με ξυπνάς.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

11.20 [15/08/2015]


Δύο ώρες μετά τα ξημερώματα.
Σου γράφω για τις έντεκα και είκοσι.
Σου γράφω, σου σβήνω.
Εδώ πάντως. Παρούσα.
Τις σιχαίνομαι τις απώλειες.
Τις μισώ τις εξαφανίσεις.
Εγώ πρώτη και καλύτερη καταρριέμαι τις σιωπές.
Εσύ τις εφαρμόζεις.. τις σιωπές και τις εξαφανίσεις.
Εσύ έχεις λόγους.
Εγώ, στα μάτια σου, δεν έχω.
Εσύ κρατάς μούτρα.
Εγώ κρατάω πόνο, θυμό, ζήλεια και τρέλα.
Εσύ μιλάς με μέτρο.
Εγώ υπερβάλλω.
Εσύ ξαγρυπνάς.
Εγώ εξαντλούμαι.
Και μια τέτοια λίστα θα συνεχιστεί.
Απόψε.. σαν θα σε ψάξω στο άδειο κρεβάτι.
Αύριο.. σαν θα αργώ να σου πω καλημέρα.
Τώρα.. που σε ψάχνω.
Πριν.. που με έψαχνες εσύ.
Στις έντεκα και είκοσι.. που σταμάτησε το απόψε.
Σα να έπεσε πάνω μου ο παντοκράτορας.
Σαν ένα τραγούδι που με έκλεψε.
Σαν τα φαντάσματα που με στοίχειωσαν πάλι.
Σαν εκείνο το κομμάτι που κάποτε μου στειλες.
Και με καθησυχάζει.
Είναι τα χέρια σου.

Σκάρτη και κενή και μόνη.
Στις έντεκα και είκοσι ακριβώς.
Με ρούφηξε μια δίνη.
Μόνο εκείνο το κομμάτι με πήρε αγκαλιά.

Δεκαπενταύγουστος σε εκκλησιά, νύχτα,
το πιάνο ακουγόταν σα χαμένη αγκαλιά,
κι εσύ έλειπες.

Τόση γλυκιά θίψη, σχεδόν φόβος.
Άλλο ένα τοπίο της ζωής μου.
Και πάλι λείπεις.

σιωπώ [15/08/2015]

χρωστάω να σου εξηγήσω τις σιωπές μου.
θα τις πάρω μια μια.
σιωπώ όταν είμαι πληγωμένη.
σιωπώ όταν νιώθω ηττημένη.
σιωπώ όταν θέλω να πω κάτι που δε θα μπορείς να παραβλέψεις.
σιωπώ όταν δεν ξέρω τι περιμένεις.
και νιώθω λίγη κ μικρή κ φοβάμαι μη δεν έχω να στο δώσω.
σιωπώ όταν το μόνο που έχω να πω,
είναι σιωπή και θλίψη και χαμός.
σιωπώ σαν νιώθω παγωμένη κι εξαντλημένη.
από μένα, από σένα, από τον κόσμο και τον ουρανό.
τούτες τις σιωπές μου μην τις μισείς,
μήτε να τις φοβάσαι.
υπάρχεις και σε αυτές σαν οργή και σαν γιορτή.

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικες παρ(αισθήσεις) [14/08/2015]


Σηκώθηκε ένας αυγουστιάτικος λίβας.
Προμήνυσαν βροχή.
Μπας και σβήσει τις φωτιές.
Μα η αγία ήταν θυμωμένη.
Θυμωμένη για τα μελλούμενα.
Οργισμένη για κείνα που θα τη βρουν.
Μέσα στο μικρό διαμέρισμα.
Ο καυτός αγέρας βασάνιζε κάτι κουτιά.
.
.
.
.
Ο λίβας συνεχίζει να φυσά.
Κατεβαίνω τα δυο σκαλοπάτια.
Κι οδεύω προς το σπίτι.
Μια ημικρανία χορεύει με το λίβα στο κεφάλι μου.
Δυο-τρεις λέξεις χορεύουν στο στόμα μου.
Κι η ίδια φιγούρα ακίνητη στα μάτια μου.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Βροχή τιθασεύει υπερβολή [12/08/2015]

Η βροχή δε ήταν ποτέ ερώτηση.
Η βροχή απαντούσε.
Θύμιζε. Ξέπλενε και δρόσιζε.
Καμιά βροχή δεν έφερε κακά μαντάτα.
Καμιά βροχή δε δίχασε.
Ένωνε. Τιμούσε κι αγκάλιαζε.
...
Έτσι κι εκείνο το απόγευμα του καλοκαιριού.
Μια χρυσή βροχή σε έφερε πίσω.
Λίγα λεπτά πριν η απελπισία την πιάσει απ' τα μαλλιά.
Την ψυχή την κάργια.
Έτοιμη ήταν να λυσσάξει ξανά.
...
Για ένα, δυο το πολύ πέντε λεπτά απουσίας σου.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Θυμωμένο [04/08/2015]


Να πας να γαμηθείς.
Να τρέμεις σε χέρια οικεία.
Να υποφέρεις που δεν απειλείσαι.
Να είναι ζεστά και τρυφερά.
Να σου καλύψουν κάθε πληγή.
Μη τυχόν και δυναμώσεις.
Δυνατή σε θέλουν για να μπορείς.
Να μπορείς να αντιστέκεσαι σε λόγια.
Μα να δίνεις σάρκα και αίμα.
Τη σάρκα και το αίμα δε τα υπολογίζουν μάλλον.
Δεν ξέρουν από χημεία, βιολογία και σοφία.
Δεν ξέρουν πόσες σάρκες θέλουμε να σκίσουμε.
Από ζήλια, έρωτα, μίσος και πάθος.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Κρασί [02/08/2015]

Κρασί δίπλα στη θάλασσα.
Να πίνεις και να ζαλίζεσαι.
Από αχορταγία τόλμησα να αναρωτηθώ.
"Μαζί πότε θα πιούμε;"
Κι είχαμε πίει.
Και σε αυτή τη ζωή.
Και ίσως και σε μιαν άλλη.
Από το ίδιο ποτήρι τότε.
Και μέθυσαν τα συναισθήματα μου.
Κι ακόμα μαθυσμένη ψάχνω
τα δικά σου υπερφυσικά
σ' ένα ποτήρι λευκό κρασί.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Eνήλικα Παιδιά [03/08/2015]


Δε νομίζω ότι υπήρξε πιο ξέγνοιαστος έρωτας.
Έμοιαζε με ανώριμη πλάκα.
Με την αυτοκρατορία των μπάρμπι.
Θα σε κάνω ντα, να με κάνεις ντα.
Είχε κάτι ξεδιάντροπα αγνό και φοβικό.
Κάτι παιδιάστικο.
Με παιδί που παιρνούσε δύσκολη εφηβεία.
Κι ας το έμαθαν να κάνει τον ενήλικα.
Είναι όμορφα τα παιδιά.
Έχουν αυτή την άγνοια του φόβου.
Εμπιστεύονται σχετικά εύκολα.
Μα σαν ενήλικα παιδιά, εμπιστεύονται πανεύκολα.
Θέλουν ειλικρίνεια γιατί δεν ξέρουν να ψάχνουν.
Μασάνε έτοιμη τροφή και το μυαλό τους δε μπλέκεται.
Τέτοια παιδιά δεν ερωτεύονται.
Γιατί ο έρωτας είναι μυστήριο και χάσιμο.
....
Τέτοια παιδιά με γοητεύουν λίγο.
Με θλίβουν και με την ελπίδα-ίσως κάποτε-μεγαλώσουν.