Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

30/06/2014

Φθινοπώριασε, βρέχει, ντυθήκαμε. Μετά από τόσες στιγμές γυμνοί, ντυθήκαμε. Σε έντυσα όπως με έγδυσες. Ντύθηκα μόνη, δύσκολα πείθεις μια γυναίκα να φορέσει άλλα. Έβγαλα το πράσινο μαντήλι που γυάλιζε στο φως του ήλιου και χήρευσα. Δε θα έλαμπα πια μετά από αυτό. Ο χειμώνας έθαβε όσους υπήρξαν γυμνοί μιαν εποχή. Ένας ήλιος ψεύτης κι ενώ είχα ντυθεί με τα μαύρα μου ρούχα σε έφερε στο δρόμο. Χαμογελούσες και τα 'χα όλα. Το μαύρο απ' τα ρούχα μου, άσπριζε, γινόταν η σάρκα που σου άνηκε όσες εποχές κι αν είχαν περάσει. Αστειεύτηκες με το μαύρο μου και το καμες πάλι πράσινο με λάμψεις. Δε μπόρεσα ν' αρθρώσω λέξη. Υποτελής της μεγάλης σου κατάκτησης, δέχτηκα ότι άνηκα. Εσύ είχες εμπιστευτεί στα χέρια μου και στη μήτρα μου ένα σώμα να θάψω σαν ποτέ το βρει ο θάνατος. Ήδη ήξερα κάτω από ποια σκιά, ποιανού δέντρου θα ξεκουραζόσουν κι έτσι υπάκουσα. Στο μαύρο που γινόταν πάλι πράσινο, στο χακί που ξεσκίζει το λαρύγγι μου και ρουφάει τα βογκητά. Αναμετρηθήκαμε για λίγες στιγμές και μ' άφησες να κερδίσω με έναν τρόπο τέτοιο που δεν ήξερα ποιος νιώθει περήφανος για ποιον. Έβρεξες τα αφυδατωμένα μου χείλη με ένα φιλί κι όταν επανήλθα σε αυτόν τον κόσμο, μιαν αναλαμπή διαφώτισε τον υπνωτισμένο μου νου. Ο χειμώνας έθαβε όσους υπήρξαν γυμνοί μιαν εποχή. Κι οι άνθρωποι έθαβαν όσους λατρεύτηκαν ερωτευμένοι αιώνια.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Αντίδραση Α'

Και ξαφνικά ζέστη.
Ανοίγουν οι πόροι και το μυαλό κολλάει.
Έρχονται στο νου μόνο οι βασικές ανάγκες.
Λίγα δάκρυα δροσίζουν αμυδρά το πρόσωπο.
Ένας ξαφνικός πόνος ανάμεσα στο στήθος.
Γίνεται τρύπα και περνάει ο λίβας.
Καίει ότι υπάρχει εντός σου.
Τα χέρια σου πέφτουν βαριά.
Και νιώθεις ηττημένος και μόνος.
Ένα θλιβερό τραγούδι, μοιρολόι μάλλον.
Μπλοκάρει κάθε άλλο ήχο.
Μαραίνεται το λουλούδι εντός σου.
Πικραίνει η γεύση.
Έρχεται μια ντροπή για ο,τι δεν μπόρεσες, δεν πέτυχες.
Λιώνεις μόνος.

Μετά την ταραχή, έρχεται ηρεμία.
Είσαι πια ενταφιασμένος και ακίνητος.
Αόρατος και άυλος.
Πια κανείς δε νοιάζεται.
Ξεκουράσου.

Βουβό γεύμα [19/09/2015]

Είναι κάποια μυστικά.
Από κείνα που συμβαίνουν βαθιά μέσα μας.
Που καθόμαστε να τα πούμε.
Και τα λέμε.
Και οι λέξεις δεν αρκούν.
Είναι κάποιες κατάρες κι ευχές.
Που δίνουμε σπάζοντας τα δόντια.
Πνιχτά, σα δηλητήριο που τα καίει όλα.
Είναι φορές που θολωμένοι αγαπάμε και μισούμε.
Είναι δυο τιποτα που κοιτάζουμε.
Αγκαλιάζονται μπας και γίνουν κατι.
Σα σαλάτα χωρίς λάδι, αίμα κι άρωμα.
Σαν πτώματα που αναρωτιέσαι.
Πως βρέθηκες κοντά τους;
Κι έπειτα γαλήνη, ησυχία για λίγο.
Τόσο οσο χρειάζεται για να βουβαθεί ο πόνος.
Να ανοίξουν οι πληγές στο σώμα.
Να ξεράσουν οξύ.
Να το μαζέψεις σε γυάλινο μπουκάλι.
Να το σερβίρεις με θεία εδέσματα.
Σ' όσους βρώμιΣαν την ύπαρξη σου όλη.
Ύστερα ντροπιασμένη θα ταφεί ζωντανή σαν οι μύθοι να χαν παντα λογο που σε επισκέπτονταν.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Στόχοι [15/09/2015]

Η ζωή μας εφιστά την προσοχή κάθε λεπτό.
Μας θέλει σχολαστικούς και απαιτητικούς.
Μας βάζει στόχους.
Όλο και πιο υψηλούς.
Κοινή συναίνεση.

Είναι κάτι βράδια που βαριέμαι να συμφωνώ.
Να υπομένω.
Να σέβομαι.
Να μπορώ.

Τούτα τα βράδια.
Ξεγελάω τον εαυτό μου,
σκεπτόμενη πως θα νικηθεί.
Θα κερδηθεί και αυτός ο στόχος.

Ο επόμενος μπορεί να βγάζει αίμα και χολή.
Αντί για μελάνι και γραφίτη.
Αλλά πόσο παρήγορο μοιάζει τώρα!
Θα 'ναι ο επόμενος στόχος.
Κι όχι εσύ.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

φήμες για μια ντόπια [06/09/2015]

Για κείνους που ξενύχτησες.
Έρωτες και εραστές.
Τους είπε θεριά και ανέμους.
Σε τρύπησαν, σε έσπρωξαν.
Συνάντησες αντίστοιχους νεκρούς.
Σωθικά ταγμένα.
Προδωμένες εποχές.
Θυμούς και έρωτες.
Δικούς σου.
Υπαινιγμούς μα ποτέ αποδείξεις.
Των άλλων.
Εσύ ξύπνησες πρωί για να λύσεις.
Ένα αίνιγμα που ποτέ δεν έψαξες.
Ποιος μαλάκας θεός σε όρισε ικανό;
Ποια αναθεματισμένη προδωμένη πρωτοπορία;
Σε μίσησε.
Και με μίσος ντόπιο σε έβαζε να πορεύεσαι.
Μεγάλη συντοπίτισσα. 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

στιγμή [04/09/2015]

Κάθισε, σχεδόν αναπαυτικά στην τεράστια πολυθρόνα που ακόμα και για τους καμπυλωτούς γλουτούς της ήταν αρκετή και άρχισε μέσα σε ένα γλυκό μεθύσι να ανατρέχει σε ξεχασμένες ιστορίες που μόνη εκείνη πια θυμόταν και εξιστορούσε. Ο ήχος της βροχής μεταλλασσόταν σε φωνές, δάκρυα, γέλια και ανατριχίλες των τότε ζωντανών πρωταγωνιστών. Αν έγραφε ποτέ αυτή την ιστορία θα το έκανε σε χρόνο αόριστο. Η μόνη της πια ένωση με το παρελθόν. Ο χρόνος, ο αόριστος. Θα ήθελε να μιλάει για άδοξους έρωτες, μετανιωμένες προστακτικές, μα έγειρε το κεφάλι κι άφησε τόσα όνειρα να μιλήσουν για μια ιστορία που διαδραματίστηκε σε ένα παράλληλο μέλλον και πέθανε σε ένα χλιαρό τώρα.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Φάρμακο & Φαρμάκι [02/09/2015]


Παγώνουν και φοβούνται οι θνητοί.
Όχι οι καρδιές.
Αυτές είναι ατρόμητες.
Ζεις και πάσχεις κι εσύ.
Κι εγώ δεν ξέρω ούτε και θα μάθω ποτέ.
Μιαν αλήθεια σου.
Από κείνες που κρύβει η καρδιά.
Ένα ψέμα σου.
Από κείνα που δε λέει το σώμα.

Σώμα κουφάρι.
Που δεν ανήκει σε καιρό ή σε χέρια.
Δανεικό και ισχυριζόμενο λευτεριά, περιφέρεται.
Κι αναρωτιέται μήπως τούτος ο χαμός είναι ο δρόμος.

Φοβούνται πάλι οι άνθρωποι.
Μπλέκονται και φρικάρουν.
Και αγκαλιάζονται πια πιο πολύ.
Μιλάνε πιο πολύ.
Νοιάζονται κι αναζωογονούνται.
Μαζί και χώρια, όταν περάσει η επίδραση του φαρμάκου.
Φάρμακο και φαρμάκι.
Ρόλοι αποψινοί.

Γιαπί ονείρων [02/09/2015]

Φτάνει στα τελειώματα του.
Τόσο λίγο διαρκεί η κατασκευή.
Φιλοξενεί μετά ζωές για χρόνια πολλά.
Στοιχειώνει έρωτες.
Και λευτερώνεται από θάνατο.
Σημαδεύεται από το πολύ και το λίγο των ενοίκων.
Δημιουργεί ιστορία στα χέρια των ιδιοκτητών.
Σπιτώνει ζωές δανεικές, και αναλύει ζωές ξένες.
Ανησυχεί για φόβους ανυπόστατους.
Κι εξηγεί πως το μόνο που μας ζει.
Είναι ο έρωτας.
Στο γιαπί δεν έκανε όνειρα.
Τούτο το δικό της γιαπί.
Μετά από καιρό, ένα άλλο γιαπί.
Δεν έκανε όνειρα για να μη γίνει ρημάδι.
Απαρνήθηκε το μέλλοντα και τον αόριστο,
για να γίνει τούτο δω γιαπί ονείρων.