Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Τυπικούρα [22/11/2015]

Σήκωσε αέρα απόψε.
Γέμισα μια κούπα με τσάι.
Και άφησα τον αγέρα να βάλει τη φωνή σου μέσα στο σπίτι.
Το απογευματάκι ήσουν υγρή.
Οι σταγόνες της βροχής σα δάκρυα.
Λυτρώθηκα δις.
Αγγίζοντας το δέρμα, μεταξύ ονείρου και ζωής.
Υπέκυψα σε εφιάλτες.
Δέχτηκα τους τίτλους.
Σπουδαίοι συντελεστές.
Πάντα το διψασμένο σου σώμα.
Να με επισκέπτεται υγρό.
Πάνω που πίστεψα πως το κλίμα ήταν πιο ήπιο.

Μπορεί να βρέχει, να φυσάει, να θυμώνει.
Μπορεί να λέμε μεγάλες πρόζες
και συγκινητικούς μονολόγους.
Μα σε "τούτο" δεν αξίζουμε.
Ας βασιλεύσει η τυπικούρα.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Μια χαρά [18/11/2015]

Πες μου τον τρόπο.
Τη μυστική συνταγή.
Πως το βουλώνεις;
Εσύ είπες πως δεν είναι επιλογή πια.
Πως σκας;
Γιατί εγώ μιλάω διαρκώς.
Με μανία και παράνοια.
Τρέχω να πω, ό,τι πω, όσα πω.
Λίγο να δω αν κάποιος απαντά.
Εσύ γιατί δεν απαντάς.
Γιατί σερβίρεις, με δίσκο τη σιωπή, αυτό το μεγάλο από πάγο βουνό;
Γιατί μετά θα φταίω εγώ αν πω ότι αυτό ήθελες.
Δε γίνεται. Καταλαβαίνεις;
Πως αλλιώς να το πω;
Για να καταλάβεις.
Τι άλλο να πω;
Κι έχει νόημα να λες;
Παρόλα αυτά.
Επιβιώνω.

Είσαι καλά;
Μια χαρά.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Ωραίοι άνθρωποι [15/11/2015]

Θα έρθει ένα πρωινό, που δε θα υπάρχει ό,τι υπήρξε μέχρι χθες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που όλοι οι όμορφοι άνθρωποι θα έχουν πεθάνει.
Θα έρθει ένα πρωινό, που κι εσύ θα το έχεις επιλέξει.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα με ρωτήσεις τι κάνω.
Και θα δεις στα μάτια μου το θάνατο σου.
Όπως αυτόν που είδα εγώ στα δικά σου τις προάλλες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα αγγίζω άλλα σώματα κατά πως ευχήθηκες.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα φοράω τα ρούχα σου.
Θα έρθει ένα πρωινό, που θα πηγαίνω στη δουλειά σου.
Θα έρθει ένα πρωινό, που όσοι λες πως σε αγαπούν θα με λατρεύουν.
Θα έρθει ένα πρωινό, ακριβώς σαν όλα αυτά τα πρωινά που μου ευχήθηκες.

Όμως τώρα ακόμα.
Είναι βράδυ.

Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την ειρωνεία, φαίνεται η αγάπη.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από τη σιωπή, φαίνεται η αδιαφορία.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την απουσία, φαίνεται ο σκοπός σου.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που μέσα από την υποτίμηση, φαίνεται ο στόχος.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που όπως το πρώτο βράδυ, όλοι περιμένουν η πληγή να γίνει χιούμορ.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που δεν έχω παιχνίδια να δώσω.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που θα ορκιστώ στην ανυπαρξία σου.
Είναι ένα ακόμα βράδυ, που θα συνειδητοποιήσω πόσο μόνη ήμουν από την αρχή.

Είναι ένα ακόμα ωραίο βράδυ.. σαν αυτά που κάνουν οι ωραίοι άνθρωποι.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Σιωπή [09/11/2015]


Είπες κάτι κι άλλαξες.
Κι έμεινα να ξεβάφω τις εικόνες.
Ήξερα πως δεν είπες αυτό.
Μα δεν είπες και κάτι άλλο.
Κι εκεί που το ξανασκεφτόμουν.
Να, πάλι μπρος μου η εικόνα του σώματος σου.
Γυμνό, ταραγμένο, ασταθές, τρεμάμενο.
Δυο, τρία στρώματα κάτω από την επιφάνεια.
Υπήρχε μια βεβαιότητα, μια συγκίνηση και ένας αναστεναγμός.
Κάτι ρίγη μου καβάλησαν το σβέρκο.
Κύλησε ο νους πιο πίσω στο χρόνο.
Τότε που δάκρυζε το σώμα σου στα χέρια μου.
Τότε που έμοιαζε η καρδιά σου, να έχει σταθεί στη γωνία.
Να με κοιτάζει θολωμένη.
Να μην έχω απαντήσεις στο διχασμό.
Το στήθος σου πιο ανάλαφρο πια.
Μιας και η καρδιά είχε φυλαχτεί.
Το φίλησα.
Ίσως και να το προσκύνησα.
Πήγα λίγο πιο πριν ή λίγο πιο μετά τη σκέψη.
Σιωπή.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

declarations [04/11/2015]




καληνύχτα [04/11/2015]


4 [04/11/2015]

Σε μια προσπάθεια της να αναστηθεί, πέθαινε όλο και πιο συχνά. Δεν ήξερε πολλούς τρόπους, γλιστρούσε για ορισμένα λεπτά και πάλι στεκόταν όρθια απολογούμενη για λίγα μόνο λεπτά της ώρα, της μέρας, της κάθε εποχής χωριστά. Τα συναισθήματα της κυνηγούσε μια ζωή, πρώτη εκείνη να τα φτάσει, πριν τους κυνηγούς, που με όπλα έτρεχαν ξοπίσω τους. Αυτόφωτη, με μόνο της προνόμιο αυτό. Να φωτίζει το χώρο γύρω σε κάθε βήμα της και καταραμένη παράλληλα να είναι μόνο καθήκον, κληρονομιά και μοίρα αυτό το χάρισμα. Ούτε μάγισσα, ούτε βασίλισσα μέλισσα, μια πονεμένη εργάτρια. Τρέμοντας μη μείνει μόνη, εργαζόταν σκληρά και έπαιρνε κάτι ψίχουλα πίσω για ζωή. Άνθρωποι σαν αυτή, χάθηκαν μέσα στα χρόνια, δούλεψαν σκληρά και πέθαναν, η ράτσα τους, βλέπεις, δεν είχε τραφεί με τις καλύτερες κονσέρβες κι έτσι έχαναν μαλλιά, νύχια και δόντια. Μαλακοί μετά, σαν άνθρωποι από πλαστελίνη, σέρνονταν για λίγο και ξεψυχούσαν συλλογιζόμενοι κάθε δόντι, κάθε νύχι, κάθε τρίχα που χαράμισαν. Είναι να τρελαίνεσαι όμως! Το φως από τα μάτια τους δε σβήνει σχεδόν ποτέ, κάθε στιγμή και κάθε λάμψη, μια νέα ζωή. Κάθε δάκρυ και κάθε βλέμμα, μια νέα ζωή. Δεν έκανε παιδιά, ερωτεύτηκε με πάθος, έζησε μόνη, με λίγες εξαιρέσεις και ίσως να ταφεί και μόνη. 
Κείνο το φθινόπωρο, δεν είχε ωράρια, χρονοδιαγράμματα, έμπαινε άκεφο και άκαρδο, με ένα πείσμα να μη ρίξει σταγόνα βροχή. Τη βασάνιζε αυτή η στεγνή ατμόσφαιρα. Ήθελε νερό, να τρέξει πλάι του και να πλατσουρίσει, σαν εκείνο το μαλωμένο παιδί που ξεκινάει για το σχολείο την πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς και γυρίζει γεμάτο λάσπες.. μα τι έφταιγε αυτό; έπρεπε να πάει σχολείο. Έτσι κι εκείνη. Έψαχνε το σχολείο της, γιατί το δάσκαλο της, που λεγε και η γιαγιά της, τον είχε βρει. Μα τα μαθήματα ήταν τόσο εύκολα και την ίδια στιγμή τόσο παρανοϊκά αναγκαία και επίπονα. Σαν κάθε φορά που έγραφε στο τετράδιο της ορθογραφίας το Ν, να έτρεχε μια σταγόνα αίμα, άσε πια εκείνο το Ω. Βραχνάς. Κι όμως πήγαινε στην τάξη κάθε μέρα, αφήνοντας κιλά ιδρώτα, χτυποκάρδια και ένα μουδιασμένο σώμα να κείτεται σε κάποια καρέκλα, σαν κρέας προχθεσινό, έξω από το ψυγείο. Ωμό και μπαγιατεμένο. Άσε πια τα αίματα και τα άσχημα κοψίματα. Κείνο το φθινόπωρο ή θα επιβίωνε ή θα τελείωνε, δεν ήθελε άλλες αναβολές, καθυστερήσεις, καθυστερημένους και λόγια. Είχε βαρεθεί τα λόγια. Τα δικά της και των άλλων. Ήθελε το ρυάκι της βροχής, εκείνο που πλατσούριζε και λασπωνόταν σα μικρό παιδί, να κυλήσει, να μη σχηματίζει λίμνες, να κυλάει, με ρυθμό σα χτύπο καρδιάς και εναλλαγή χρωμάτων ανάλογων των τόσων σκιών που κουβαλούσε μέσα της. Φθινόπωρα και χειμώνες, έτρεφε μια κρυφή ελπίδα, μια προσδοκία τόσο μάταιη πως η ζωή ήρθε δυνατή και στάθηκε μπροστά της γεμάτη αυτοπεποίθηση. Κι όταν χαμογέλασε και χάρηκε και της άπλωσε το χέρι, εκείνη διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρές μαύρες μπίλιες, σαν κόκκους τέφρας, σαν κατακάθι καφέ που προμήνυσε άσχημα μαντάτα. Κάθε τέτοια εποχή μια υπαρκτή ή μια υποτιθέμενη μελαγχολία ερχόταν να ξεσκεπάσει το μάταιο τίποτα και το μπόλικο καθόλου. Άλλο ένα τέτοιο φθινόπωρο χάζευε ένα φεγγάρι και νοσταλγούσε.
Σκεφτόταν, καμιά φορά, μήπως έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει, μακριά από κείνους που αγαπά, από τη χώρα που την αγκάλιαζε πάντα. Γιατί όχι; Μια εμπειρία, μια ευκαιρία, κάτι διαφορετικό, κάτι ακόμα. Δεν ένιωθε απελπισμένη ή απογοητευμένη, δεν την έδιωχνε κάτι, μήτε πίστευε πως θα ανοίξει πιο πολύ το μυαλό της ή η ζωή θα έμοιαζε καλύτερη. Ζούσε μέσα από τις ιστορίες και τις στιγμές της, ποιος ο λόγος να ξενιτευτεί. Μετά έλεγε στον εαυτό της, άσε αυτή την έπαρση, είναι μια περιπέτεια, τρέξε και πιάσε την. ΣΙΧΑΙΝΟΤΑΝ την απώλεια. Δεν άντεχε να χάνει, στιγμές, ανθρώπους, εικόνες, τόπους, λέξεις, συναισθήματα, λόγους και χρόνο. Κι έτσι έμενε και πλατσούριζε. Τα φετινά πρωτοβρόχια είχαν έρθει γρήγορα και έντονα. Είχαν μουσκέψει ήδη την καρδιά και η υγρασία εξαπλωνόταν και στο υπόλοιπο σώμα, είτε ποτίζοντας το είτε σαπίζοντας το. Σάπιζε σαν ύλη και άνθιζε σαν άυλη. Κι αναρωτιόταν κάθε φορά πως συμβαίνει αυτό. Μα όλοι λένε πως πάνε παρέα αυτά τα δυο. Συμβαίνει κάτι με εκείνη; Έχει αυτή κάποιο πρόβλημα;  
Θα έλεγε την ιστορία της πριν από εκείνο το σκηνικό. Θα μιλούσε για αυτόν τον άντρα αλλά μετά από εκείνο το βράδυ της τετάρτης νοέμβρη υπήρξε άραγε ποτέ αυτός ο άντρας ή τον έσβησε εκείνο το βράδυ;

εκεί. [04/11/2015]


Θα ονειροπολήσω.
Τι άλλο να κάνω;
Θα φανταστώ ότι γράφουμε βιβλία.
Ταξιδεύουμε τον κόσμο.
Δε σε εξιδανικεύω πια.
Είμαστε πάτσι.
Ανοίγω τα μάτια μου,
μια στο τόσο, είσαι εκεί.
Μια.
Δεν υπάρχει χρόνος.
Έχω απολυθεί.
Από καθήκοντα που μου φόρτωσα για να με νιώθω λογική.
Δε σε ζητάω πια τα πρωϊνά,
ούτε τα απογεύματα.
Με ευνούχισα πριν το κάνεις εσύ.
Για να μην το κάνεις.
Σε σένα.
Για να ξέρω ότι μου λέω μόνο ένα ψέμα.
Και εσύ με θες, κι εγώ μου λέω απλά ένα ψέμα.
Ένα, όσο λείπεις.
Κι ύστερα πέρασε ο καιρός.
Κι αυτό το ψέμα.
Το μαθε το κορμί.
Το εμπιστεύτηκα κι εγώ σαν ό,τι πιο πιστό.
Άρα;
Το ψέμα, το "σε θέλω", το λευκό και το άρωμα.
Τα μόνα πιστά και αληθινά.
Αν με ψάξεις κάντο πρωί.
Δώσε μου κρασί αντί για καφέ.
Και άσε με να κάνω ένα τσιγάρο.
Εκεί θα με βρεις.
Με προφυλάσσω από την απώλεια σου.
Εκεί είμαι.
Θα με βρεις.

Παύση. [04/11/2015]


Φτάνει μια στιγμή.
Δεν υπάρχουν τραγούδια και διωγμοί.
Υπάρχεις εσύ και η ησυχία.
Σιωπές ανίκητες.
Στιγμές ακατόρθωτες.
Φόβοι και δάκρυα.
Γιατί σου πρόδωσαν όσα πίστευες.
Αμφέβαλλες για σένα.
Εύθραυστος έσπασες σε κομμάτια.
Ηττήθηκες και ρήμαξες.
Μήνες τώρα χάνεις και ρημάζεις.
Προσποιήθηκες δύναμη.
Μια και δυο και τρεις φορές.
Δεν ξέρεις να μιλάς και να γράφεις πια.
Δε νιώθεις πια.
Κινείσαι ρομποτικά σ' ένα τόσο μεγάλο κόσμο.
Φοβάσαι κι απειλείσαι.
Απειλείσαι κι απελπίζεσαι.
Και πως να το πεις.
Ήσουν ο αέρας, όχι η παύση.
Αν και οι παύσεις...
Μόνο ταχύτητα εσύ.
Η παύση είναι για τους γνώστες

.