Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

4 [04/11/2015]

Σε μια προσπάθεια της να αναστηθεί, πέθαινε όλο και πιο συχνά. Δεν ήξερε πολλούς τρόπους, γλιστρούσε για ορισμένα λεπτά και πάλι στεκόταν όρθια απολογούμενη για λίγα μόνο λεπτά της ώρα, της μέρας, της κάθε εποχής χωριστά. Τα συναισθήματα της κυνηγούσε μια ζωή, πρώτη εκείνη να τα φτάσει, πριν τους κυνηγούς, που με όπλα έτρεχαν ξοπίσω τους. Αυτόφωτη, με μόνο της προνόμιο αυτό. Να φωτίζει το χώρο γύρω σε κάθε βήμα της και καταραμένη παράλληλα να είναι μόνο καθήκον, κληρονομιά και μοίρα αυτό το χάρισμα. Ούτε μάγισσα, ούτε βασίλισσα μέλισσα, μια πονεμένη εργάτρια. Τρέμοντας μη μείνει μόνη, εργαζόταν σκληρά και έπαιρνε κάτι ψίχουλα πίσω για ζωή. Άνθρωποι σαν αυτή, χάθηκαν μέσα στα χρόνια, δούλεψαν σκληρά και πέθαναν, η ράτσα τους, βλέπεις, δεν είχε τραφεί με τις καλύτερες κονσέρβες κι έτσι έχαναν μαλλιά, νύχια και δόντια. Μαλακοί μετά, σαν άνθρωποι από πλαστελίνη, σέρνονταν για λίγο και ξεψυχούσαν συλλογιζόμενοι κάθε δόντι, κάθε νύχι, κάθε τρίχα που χαράμισαν. Είναι να τρελαίνεσαι όμως! Το φως από τα μάτια τους δε σβήνει σχεδόν ποτέ, κάθε στιγμή και κάθε λάμψη, μια νέα ζωή. Κάθε δάκρυ και κάθε βλέμμα, μια νέα ζωή. Δεν έκανε παιδιά, ερωτεύτηκε με πάθος, έζησε μόνη, με λίγες εξαιρέσεις και ίσως να ταφεί και μόνη. 
Κείνο το φθινόπωρο, δεν είχε ωράρια, χρονοδιαγράμματα, έμπαινε άκεφο και άκαρδο, με ένα πείσμα να μη ρίξει σταγόνα βροχή. Τη βασάνιζε αυτή η στεγνή ατμόσφαιρα. Ήθελε νερό, να τρέξει πλάι του και να πλατσουρίσει, σαν εκείνο το μαλωμένο παιδί που ξεκινάει για το σχολείο την πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς και γυρίζει γεμάτο λάσπες.. μα τι έφταιγε αυτό; έπρεπε να πάει σχολείο. Έτσι κι εκείνη. Έψαχνε το σχολείο της, γιατί το δάσκαλο της, που λεγε και η γιαγιά της, τον είχε βρει. Μα τα μαθήματα ήταν τόσο εύκολα και την ίδια στιγμή τόσο παρανοϊκά αναγκαία και επίπονα. Σαν κάθε φορά που έγραφε στο τετράδιο της ορθογραφίας το Ν, να έτρεχε μια σταγόνα αίμα, άσε πια εκείνο το Ω. Βραχνάς. Κι όμως πήγαινε στην τάξη κάθε μέρα, αφήνοντας κιλά ιδρώτα, χτυποκάρδια και ένα μουδιασμένο σώμα να κείτεται σε κάποια καρέκλα, σαν κρέας προχθεσινό, έξω από το ψυγείο. Ωμό και μπαγιατεμένο. Άσε πια τα αίματα και τα άσχημα κοψίματα. Κείνο το φθινόπωρο ή θα επιβίωνε ή θα τελείωνε, δεν ήθελε άλλες αναβολές, καθυστερήσεις, καθυστερημένους και λόγια. Είχε βαρεθεί τα λόγια. Τα δικά της και των άλλων. Ήθελε το ρυάκι της βροχής, εκείνο που πλατσούριζε και λασπωνόταν σα μικρό παιδί, να κυλήσει, να μη σχηματίζει λίμνες, να κυλάει, με ρυθμό σα χτύπο καρδιάς και εναλλαγή χρωμάτων ανάλογων των τόσων σκιών που κουβαλούσε μέσα της. Φθινόπωρα και χειμώνες, έτρεφε μια κρυφή ελπίδα, μια προσδοκία τόσο μάταιη πως η ζωή ήρθε δυνατή και στάθηκε μπροστά της γεμάτη αυτοπεποίθηση. Κι όταν χαμογέλασε και χάρηκε και της άπλωσε το χέρι, εκείνη διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρές μαύρες μπίλιες, σαν κόκκους τέφρας, σαν κατακάθι καφέ που προμήνυσε άσχημα μαντάτα. Κάθε τέτοια εποχή μια υπαρκτή ή μια υποτιθέμενη μελαγχολία ερχόταν να ξεσκεπάσει το μάταιο τίποτα και το μπόλικο καθόλου. Άλλο ένα τέτοιο φθινόπωρο χάζευε ένα φεγγάρι και νοσταλγούσε.
Σκεφτόταν, καμιά φορά, μήπως έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει, μακριά από κείνους που αγαπά, από τη χώρα που την αγκάλιαζε πάντα. Γιατί όχι; Μια εμπειρία, μια ευκαιρία, κάτι διαφορετικό, κάτι ακόμα. Δεν ένιωθε απελπισμένη ή απογοητευμένη, δεν την έδιωχνε κάτι, μήτε πίστευε πως θα ανοίξει πιο πολύ το μυαλό της ή η ζωή θα έμοιαζε καλύτερη. Ζούσε μέσα από τις ιστορίες και τις στιγμές της, ποιος ο λόγος να ξενιτευτεί. Μετά έλεγε στον εαυτό της, άσε αυτή την έπαρση, είναι μια περιπέτεια, τρέξε και πιάσε την. ΣΙΧΑΙΝΟΤΑΝ την απώλεια. Δεν άντεχε να χάνει, στιγμές, ανθρώπους, εικόνες, τόπους, λέξεις, συναισθήματα, λόγους και χρόνο. Κι έτσι έμενε και πλατσούριζε. Τα φετινά πρωτοβρόχια είχαν έρθει γρήγορα και έντονα. Είχαν μουσκέψει ήδη την καρδιά και η υγρασία εξαπλωνόταν και στο υπόλοιπο σώμα, είτε ποτίζοντας το είτε σαπίζοντας το. Σάπιζε σαν ύλη και άνθιζε σαν άυλη. Κι αναρωτιόταν κάθε φορά πως συμβαίνει αυτό. Μα όλοι λένε πως πάνε παρέα αυτά τα δυο. Συμβαίνει κάτι με εκείνη; Έχει αυτή κάποιο πρόβλημα;  
Θα έλεγε την ιστορία της πριν από εκείνο το σκηνικό. Θα μιλούσε για αυτόν τον άντρα αλλά μετά από εκείνο το βράδυ της τετάρτης νοέμβρη υπήρξε άραγε ποτέ αυτός ο άντρας ή τον έσβησε εκείνο το βράδυ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου