Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

φόνος [15/12/2015]

Θέλω να επικεντρωθώ σε κείνες τις φορές που νομίζω πως έρχεσαι.
Η ελπίδα κουρνιάζει στο όνειρο.
Κοιτάζω λίγο το ρολόι.
Σκέφτομαι ωραία θα ήταν να έρχεσαι.
Ανάβω ένα τσιγάρο.
Πίνω δυο γουλιές κρύο καφέ.
Κοιτάζω ξανά το ρολόι.
Πέρασαν είκοσι λεπτά, μπορεί και μισή ώρα.
Συνειδητοποιώ ότι ζούσα τόσα λεπτά με την ιδέα.
Την ιδέα ότι έρχεσαι.
Την ελπίδα που κούρνιασε μέσα στην ιδέα.
Κι έπειτα καταλαβαίνω πως δεν έρχεσαι.
Ανάβω κι άλλο τσιγάρο.
Ξέρω πια πως δεν έρχεσαι και δε θα 'ρθεις.

Κάθε πρωί στο ζεστό μου καφέ και στο πρώτο μου τσιγάρο.
Σκοτώνω μιαν ιδέα και μερικά όνειρα.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Η μουριά [12/12/2015]


Από τη φυγή μέχρι τη φρίκη.
Ένα τσιγάρο δρόμος.
Από τη λατρεία μέχρι την αηδία.
Ένα τσιγάρο δρόμος.
Μια μουριά που ταξίδεψε τόσο όσο.
Μίλησε με τα σύννεφα και τα ποτάμια τόσο όσο.
Μίλησε για σένα και δεν ήμουν εγώ.
Μούδιασε ο κορμός της.
Σταμάτησε για λίγο η καρδιά και η ανάσα της.
Δεν ήμουν εγώ.
Ήταν ίσως εκείνα τα χέρια που κράτησαν το σώμα σου
γυρισμένο στο πλάι, σ' ένα κρεβάτι.
Ήταν τέλος εκείνα τα χείλη
που δε χόρτασαν ούτε ένα φιλί.
Ήταν ένα τέρμα που έβραζε.
Σαν καρδιές πριν αρχίσουν να τρέχουν σε μιαν αφετηρία.
Δεν ξέρω πόσα ήταν.
Αν ήταν κάμποσα.
Ήταν μια μουριά θλιμμένη, μέρα με τη μέρα.
Ένα σεντόνι ξεχασμένο,
που λίγο πριν έπνιξε μια κραυγή κι έσβησε μια φωτιά.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Άλλα αντί άλλων [03/12/2015]

Υπάρχει κάπου ένα συναίσθημα.
Κάτι σαν έρωτας.
Που δεν καβατζώθηκε ποτέ.
Μπήκε μπρος ο κυνισμός.
Τείχος αήττητο και το 'σωσε το παιχνίδι.
Είπε "όλα φίλε τα ξεπερνάς".
Και το συναίσθημα εκείνο το μικρό.
Κρύφτηκε και ηρέμησε.

Και καμιά φορά.
Έβγαζε μια σταλιά το  κεφάλι του έξω από την πόρτα.
Να δει αν υπάρχει αέρας να αναπνεύσει.
Κι άλλοτε ξεμυτούσε λίγο παραπάνω.
Τις πιο πολλές φορές.
Το έπιανε δύσπνοια.
Έφραζαν τα όργανα και κοβόταν η ανάσα.

Ήταν που αρρώσταινε και γινότανε αγάπη, συμπάθεια.
Και κάπου στο τέλος μετάνοια.