Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

H-κτρά

Δύο ώρες πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Πιάτα, ποτήρια, φαγητό.
Μιάμιση ώρα πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Συζητήσεις για το φόβο του θανάτου.
Άλλοι τρέμουν, άλλοι γελούν ακόμα.
Μια ώρα πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Εκείνη, με το κεφάλι στ' αστέρια, από μικρό κορίτσι...
αφηγείται όνειρα...
Ξάφνου παρελαύνουν εντός μου σύννεφα, άγιοι, τσεκούρια, αστέρια, ξίφοι, καμάρες, στρατιώτες, τούτη η ζωή κι ίσως και μιαν άλλη, έρωτες, αριθμοί, σταυροδρόμια.
Δέκα λεπτά πριν την αλλαγή της χρονιάς.
Φαντάσματα.
"Μη μιλάτε για τέτοια θα φύγω"
Το κεφάλι, κατ' ανάγκη πίσω στη γη.
Κακούργα γη.
Ένα λεπτό μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Είδατε! Πάει πολύ καλά το ρολόι μου! Πρώτο κομμάτι του Χριστού..."
Δύο λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Κόβω. Πρώτο κομμάτι του φτωχού"
"Α! Καλά.. όπως θες κόψε τα!"
Δύο λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Το φλουρί έπεσε στο κομμάτι του φτωχού"
Δέκα λεπτά μετά την αλλαγή της χρονιάς.
"Να σας αφήσσω κι εγώ στην ησυχία σας!"
Το κορίτσι με το κεφάλι στ' αστέρια ακόμα και ίσως και για πολύ καιρό ακόμα θα προσπαθεί να ισορροπήσει σε όλους τους παράλληλους κόσμους. Γνωστούς της και μη.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Αγκαλιά την αγκαθιά. [20/10/2016]

Δεν ξέρω αν θυμάσαι το τότε που έμοιαζε οι πάντες να βαδίζουν μαζί. Δεν ξέρω αν είχες ποτέ σου πρόβλημα με το "μαζί". Ποιο μαζί θα μου πεις; Και πότε είχε σημασία για σένα το μαζί; Το μόνο μαζί που διάλεξες έμοιαζε με ναό που περίμενε τους ταπεινούς, μικρούς, φτωχούς πιστούς να έρθουν να καταθέσουν τα δώρα τους. Τέτοια ντουβάρια υπολόγιζες πάντα για ανθρώπους. Ίσως επειδή είχαν ψηλά παράθυρα κι αν κάποιος κατάφερνε να μπει μέσα στο ντουβάρι εκείνο έβλεπε μακριά. Όμως εσύ κράτησες το ντουβάρι, κατοίκησες μέσα του, το αγάπησες, υποκρίθηκες ελευθερία, κοινή συναινέση με το ντουβάρι και νομίσατε πως ζήσατε καλά και ΕΛΕΥΘΕΡΑ.
Πλησιάζουν δειλά κι άλλοι χειμώνες, εκτρέφω μια αγκαθιά στο πατάρι πάνω από την ντουλάπα. Την επισκέπτομαι συχνά, όχι καθημερινά. Τη βλέπω να γεμίζει με αγκάθια κι ανυπομονώ να φτάσει στο ύψος μου για να πάρω φόρα και να την αγκαλιάσω. Θα γεμίσει το σώμα μου αίμα βρώμικο. Όμως μη φοβάσαι αυτό θα γίνει στην αρχή. Όσο θα περνάει η ώρα και θα αδειάζει το δοχείο-κουφάρι μου, το αίμα θα καθαρίζει. Θα βγαίνει πια έξω και το πιο καθαρό, κόκκινο και πηχτό, θα χυθεί στη γη και θα βράσει στο χώμα. Όχι στο πάτωμα. Στο πάτωμα. Σε κείνο το πάτωμα. Ξέμεινε μια μπλούζα σου πεσμένη από εκείνη την τελευταία φορά που σε είδα. Αυτή ήταν ο σπόρος μου σαν φύτεψα την αγκαθιά. Θα ποτιστεί με το αίμα και θα γεμίσει ο τόπος αγκάθια. Θα βγουν απ'το διαμέρισμα, θα σπρώξουν έξω στο δρόμο έπιπλα, αντικείμενα και γράμματα και θα φτάσουν έξω από το σπίτι σου διαδοχικά και γρήγορα. Δε θα πονέσεις, δε θα τρυπηθείς και ίσως και να μην δακρύσεις μα θα απορείς σε ποιο απ'όλα εκείνα τα αγκάθια καρφώθηκαν δυο μέταλλα που κοσμούσαν τα ντουβάρια σας σαν αγκαλιαζόσαστε όλα τα βράδια που κάποια γυναίκα εξέτρεφε με δάκρυα και αίμα μια μικρούλα αγκαθιά.
Κι έπειτα οι πλανήτες θα έρθουν σε έναν τέλειο κύκλο κι ένα γεμάτο φεγγάρι θα φωτίσει εκείνη τη γυναίκα που έκλαιγε. Όμως αυτό το βράδυ θα γελά, θα γελά δυνατά και θα τρέμει το σώμα της στο ρυθμό του γέλιου. 
Μόνο τότε θα ξημερώσει γλυκό το καλοκαίρι και το πρωινό.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΑΥΡΟ/ΓΚΡΙ [19/09/2016]


Όλες οι λέξεις που γράφτηκαν.
Αργά ή γρήγορα.
Πνίγηκαν σε μια θάλασσα.
Τα όνειρα άδειασαν από πρόσωπα αγαπημένα.
Η ζωή βάφτηκε γκρι.
Οι περαστικοί έγιναν φίλοι.
Οι εραστές ξένοι.
Απέμεινε μια μαύρη τρύπα.
Ρούφηξε πρώτο τον δικό μου ουρανό.
Έπειτα της γυναίκας και της κόρης σου.
Και τελευταίο το δικό σου.
Κανένας ουρανός δεν είναι ανοιχτόκαρδος.
Κανένα φεγγάρι δε χαρίζει μόνο.
Καμιάν αρετή και κανένα χάρισμα,
δε δίνονται χωρίς αντάλλαγμα.
Μόνο σκοτάδια για όσους κάποτε αγάπησαν
και έπεσαν ηττημένοι στο τεραίν.
Μόνο μαύρο και σιωπή.
Για όλους τους άλλους, η ζωή συνεχίστηκε γκρι.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

άκρο-ζωή-μέσο-ζωή-άκρο


Υπάρχουν και τα άκρα.
Υπάρχουν και τα μέσα.
Υπάρχουν και τα μέσα για να φτάσουμε στα άκρα.
Δεν υπάρχουν τα άκρα για να πετύχουμε τα μέσα.
Υπάρχουν τα μέσα μας που είναι ακραία.
Και κάτι "λόγιοι" μας λένε να τα κάνουμε έξω μας μα σαν μέσα.
Μέσος, μεσαίος, μέτριος.
Έπινα πάντα τον καφέ μου σκέτο.
Το τσάι μου σκέτο.
Αγαπούσα ή μισούσα.
Ερωτευόμουν ή σιχαινόμουν.
Κι όσοι μου έλεγαν για μέσο, έπαιρναν τα άκρα μου.
Καμία ευκαιρία στα μεσαία και τα μέτρια.
Ή όλα ή τίποτα.
Κι ας μετράς μια ζωή ήττες ακραίες.
Και μέσα άγευστα.
Ούτε αλμυρά, ούτε γλυκά.
Ά γ ε υ σ τ α .
Φάε τα άγευστα σου χρόνια με αίμα δήθεν ζεσταμένο σε φούρνο μικροκυμμάτων
με αίμα ΔΑΝΕΙΚΟ.
Κι εμείς ας καούμε στη φωτιά.
Εύγεστοι και ζουμεροί.
Ολοζώντανοι.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΘΥΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ [02/06/2016]


Υπήρχε, που λες παιδί μου, μια καριόλα.
Δύσκολο να απεμπλακείς και ακόμα πιο δύσκολο να αποφορτίσεις, το βίωμα σου κοντά της.
Σα θανατηφόρος πυρετός όπου έβρισκε ζωντανό οργανισμό.
Φυτοζωούσε γιατί δεν ήξερε μάλλον κάτι διαφορετικό να κάνει.
Κι έπειτα έλεγες, ας το κάνει όπου μπορεί.
Σαν έπεσες θύμα, δεν ήξερες, δεν πίστευες, πρόδωσες ένστικτα και εντυπώσεις.
Εκτίμησες ανθρώπους κι αναρωτήθηκες "πόσο άραγε να είδαν από τούτο το σαρκοφάγο φυτό;"
Είπες "κι αν το ταΐζουν μύγες;"
Σμίλευες τις αντοχές σου, τις έφτασες πέρα από τα όρια.
Σκόνταψες σε λέξεις και νόμισες -αχ πόσο συχνά το νόμισες- κι έπειτα το πίστεψες, 
πως ήσουν εσύ ο λάθος, εσύ ο μη σωστός.
Τόσο γενικό όσο ακούγεται είναι.
Σωστό, λάθος, λάθος, σωστό.
Σκόνταψες, έπεσες και χτύπησες.
Μα ένα πρωί, ένα όμορφο πρωινό.
Ο δυνάστης την πάτησε, αυτό το παράσιτο δεν είχε άλλο τρόπο να πιει αίμα.
Στόχευε στο διακόπτη που έλεγε "ΞΕΖΟΥΜΙΣΜΑ"
Πάτησε το διακόπτη που έγραψα "ΤΗ ΓΑΜΗΣΕΣ"

ΘΕΑΜΑ [02/06/2016]


Δεν πιάνουν οι ευχές.
Κι αν πιάνουν ας γίνεται στον ίδιο βαθμό με τις κατάρες.
Ας συνυπάρχουν ισότιμα για τον πομπό και το δέκτη.
Να συνυπάρχουν οι λύπες και οι χαρές.
Ευχόμενες η μια στην άλλη, την κόλαση και τον παράδεισο της.
Κι όμως, ξέρεις, είμαι τυχερή.
Πέταξα το ιερό δισκίο που σου σέρβιρα βότανα και οίνο.
Κι έπεσαν καυτά και σε έλουσαν σε μια ακόμα οδυνηρή πάλη με το παρελθόν σου.
Θέαμα δίκαιον και δυστυχές.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ΑΝΟΙΞΗ [22/05/2016]


Ήταν ήδη ηττημένα τα μπουμπούκια.
Σε εκείνο τον κήπο που έμοιαζε μαγικός κι απόκοσμος.
Ήταν ο δικός της θυμός που τα κράτησε καταραμένα.
Ήταν κάτι νύχτες από ζωή κι ασφάλεια που της στέρησαν.
Ένα αχνιστό πιάτο φαγητό που δε της πρόσφεραν.
Ήταν τόση η προσφορά που στερήθηκε.
Και πάλι εκείνα τα λουλούδια δε τα καλόβλεπε.
Ήταν ατίθαση η φύση κι όσο κι αν την ευχαριστούσε.
Τόσο μακρύτερα έτρεχε από φόβο.
Έκοψε όση γη ολάνθιστη είχα κρατήσει.
Τάισε λίγο ακόμα το θράσος της και τσάκισε την Άνοιξη.
Εγωϊστικά αφέθηκε στην επιβίωση της και την "ευημερία" της.
Σα να ξέχασε το αληθινό νόημα των λέξεων.
Τα αποφόρτισε όλα.
Οργανώνοντας ημερίδα τυφλή και αναπαραγωγική.
Σκότωσε τη θεά της αναπαραγωγής.
Μιμήθηκε  μυστήρια.
Να μοιάζουν όλα όπως τότε που ο πόθος ήταν άγνωστος.
Και η σάρκα επιβίωνε με τρυφερότητα κι αγάπη.
Πούλησε την άγρια άνοιξη της φύσης.
Για έναν εκλεπτυσμένο ανοιξιάτικο συστημικό μονόδρομο.



Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ο φύλακας; [18/05/2016]


Θα υπάρχει πάντα εκείνος.
Θα στέλνει τους σωσίες του.
Θα πιστεύω πάλι σε παραμύθια.
Θα με σηκώνει μεθυσμένη από ένα μπαρ.
Θα κλείνει τα πορτοπαράθυρα.
Θα αφήνομαι σε μια μυστική ύπνωση.
Που το ασυνείδητο θα πλέκει όλα όσα (δε) με αφορούν.
Έπειτα θα 'ρχεται πάντα μια ζωή.
Θα του μοιάζει.
Με μακριά χέρια, θ' αγκαλιάζει ένα όπλο.
Θα μοιάζει μουσικό όργανο και θα εκτοξεύει κάθε λάθος μου μακριά.
Θα είναι πάντα σωτηρία η ύπαρξη και η ανυπαρξία του.
Θα μου λείπει εκείνο το πρώτο καρδιοχτύπι.
Στέκομαι πια.
Μα είναι πάντα εκεί σε κάθε κατάρρευση.
Όπως μια ορκισμένη σιωπή πριν την καταιγίδα.
Μάης και βρέχει.
Μια θάλασσα ασφαλώς που λιώνει κάθε θέλω και γίνεται παρελθόν.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

μωρέ [14/05/2016]

Μωρέ, ξέρεις κάτι;
Έχω δίκιο.
Και βρισίδια και χαστούκια.
Κι ίσως, εδώ που τα λέμε να γάμησα κι εγώ κάποιου άλλου το σύμπαν κάποτε.
Μωρέ, ξέρεις κάτι;
Δε θα γλυτώσεις.
Κανείς δε γλυτώνει από τις παύσεις.
Υπάρχει πάντα μια συνέχεια.
Ένα κόμμα, μια τελεία, μια λέξη.
Πάντα κάτι.
Μωρέ, ξέρεις κάτι;
Είσαι καλή στις παύσεις.
Αριστούχος.
Εγώ όμως μωρέ, ξέρεις, ότι είμαι εξαιρετική στα υπόλοιπα και στα πάντα.
Μωρέ, ξέρεις κάτι;
Σε όλη αυτή τη μελωδία.
Σημασία έχει που στέκεσαι.
Σε ποιο χρονικό σημείο.
Οι παύσεις είναι πολλές.
Εγώ είμαι μια έναρξη.
Μωρέ, ξέρεις κάτι;
Ο χρόνος εκδικείται.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Μια Παρασκευή [29/04/2016]

Άγιες, μεγάλες και υγρές οι παρασκευές. Θρήνων και πληγωμένων παθών. Πόθων έρμων που μαστίγωσε το δόγμα. Σάρκες λουστραρισμένες να μπουν σε καινούριο ύφασμα. Γάζα και βαμβάκι μπηγμένα σε ανοιχτές ακόμα πληγές. Ένας απρίλης σα Φλεβάρης. Και του κάθε χρόνου και το κάθε χειρότερα. Στα πρόσωπα που σου χαμογελάνε. Στα χαμόγελα τους που σκοτώνεται η ελευθερία σου. Στην ελευθερία που δεν ήξερες ποτέ τι σημαίνει. Στο μίσος που φύλαξες στην καρδιά μου. Σαν κρασί δηλητηριασμένο που τρέχει στις φλέβες μου. Σαν αιμορραγία στα χέρια σου. Σαν αφυδάτωση στο αιδοίο σου. Σαν Πάσχα, με ανανεωμένα τα βάζα στο ράφι σου. Τα σεντόνια στο κρεβάτι σου. Σαν λεπτεπίλεπτο άρωμα της συντροφιάς σου. Σαν τότε που άλλαζα τον κόσμο και πήρες ο,τι σε βόλεψε. Σαν προδότης και ρουφιάνος μικροαστός ανασταίνεσαι μα πιο συχνά πεθαίνεις. 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Υποψία θυμού [13/04/2016]

Ρίχνομαι σε γιορτές.
Έχει κόσμο και πιθανότητες.
Ρίχνομαι σε ξενύχτια.
Έχει σιωπή και μοναξιά.
Ρίχνομαι σε δρόμους.
Έχει φανάρια και πράσινο.
Τσακισμένα φτερά.
Τα χαζοκόλλησα.
Σκισμένη σάρκα σε χίλια κομμάτια.
Αιματοβαμμένα ρούχα.
Ήπια κατάρρευση.
Κάθε λίγο και λιγάκι.
Έπειτα πάω να λογικευτώ.
Να δω πόσο μόνοι είμαστε στον έρωτα.
Μετά εμφανίζεται μια λέξη σε ένα αυτοκόλλητο.
Ένας αριθμός σε μια πινακίδα.
Πάω να λογικευτώ κι άλλο.
Μπαίνω σπίτι.
Εκείνη η φωτογραφία σου που είχα καδράρει.
Έπεσε από το μπαλκόνι.
Έσπασε το αυτοκίνητο του γείτονα.

Ή έτσι φαντάστηκα...

Παραμένω βλέπεις ήπια, για χάρη σου.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Χαμόγελα που δεν είδα [09/03/2016]


Ξέρεις κάτι;
Μεγαλώσαμε πια.
Δεν κλαίμε.
Μόνο κάτι τέτοιες νύχτες.
Με γεμάτο φεγγάρι και βροχή.
Ένας μάρτυρας ουρανός κλαίει για μας.
Κι εγώ που ξέρω.
Του χαμογελάω.
Σαν από ευγνωμοσύνη για τη συντροφιά του.
Και ξέρεις και κάτι άλλο;
Νόμισε ο βλάκας.
Πως του χαμογέλασες κι εσύ.
Δε μου το ομολόγησε.
Μα ξέρω πως γι' αυτό κλαίει.
Σε είδε.
Να χαμογελάς.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Επιπλοκές [07/02/2016]

Ας αφήσει κάποιος το μυαλό.
Ας θυμηθεί κάποιος το ρήμα.
Το όριο. Τη λήξη. Την αίσθηση.
Ας φανερωθεί το κενό.
Ας κοπεί η στιγμή.
Συγχύστηκαν τα λόγια.
Ξεκαθαρίστηκαν οι άνθρωποι.
Δε μιλάνε.
Υπονοούν.
Δεν εξηγούν πια.
Υποθέτουν.
Οι άνθρωποι.
Κι έτυχε να είσαι άνθρωπος κι εσύ.
Κι εξηγήσεις εγώ.
Που να συναντηθούν οι παράλογοι,
μέσα σε τόσους λόγους.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Φτιάσε [04/02/2015]

Φτιάσε για να περάσει η ώρα.
Φτιάσε για τον όποιο λόγο.
Φτιάσε έλεγε η γιαγιά μου.
Σαν εξαντλούσε κάθε προσπάθεια.
Φτιάσε το σπίτι της κούκλας.
Φτιάσε την κούκλα.
Φτιάσε μια ζωγραφιά.
Φτιάσε μια ζωή.

Γιαγιάαααα

Γράψε και φτιάσε για να σωθείς.
ΟΧΙ για να σώσεις.

α! ρε γιαγιά, όλα αυτά για να σιδερώσεις.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

γυναίκα Λάμδα [26/01/2015]

Δεν υπάρχει πόρτα που να κλείνει.
Αυτό σκεφτόμουν όποτε τη συναντούσα.
Σπάνια περιτριγυρισμένη από ένα ξανθό στεφάνι.
Δεν υπάρχει αλλαγή στην επιθυμία.
Ό,τι θέλησες θα το θέλεις.
Το σώμα πάντα ένιωθε τα ίδια σαν τη συναντούσα.
Μέσα στα χρόνια η ίδια αίσθηση.
Επιθυμίες βαθιές ή πιο ξέβαθες.
Δυο πράσινα μάτια.
Κάποιες κούπες.
Τσιγάρα και ξύλο.
Όση ζωή μου θυμάμαι, τσιγάρα, ξύλο και μάτια.
Δεν κλείνουν οι πόρτες της επιθυμίας.
Πληθαίνουν τ' αποτσίγαρα.
Σκουραίνει το ξύλο.
Κλείνουν τα μάτια.
Και όταν ανοίξουν πάλι.
Η ίδια πάντα επιθυμία τα κλείνει ξανά.
Και τα μάτια ανοίγουν και κλείνουν.
Και η επιθυμία μεγαλώνει.
Η γυναίκα λάμδα.
Η γυναίκα χι ή ψι.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Απεξάρτηση μέρος πρώτο [21/01/2015]

Να σου γδάρω το δέρμα.
Κι ύστερα να μείνω με οξύ απ' τα φιλιά.
Και μπαμπάκι από τα χέρια.
Να σου ξεριζώσω κάθε τρίχα.
Απ' το ξερό αυτό κεφάλι.
Να τις φυτέψω στον κήπο μιας φυλακής.
Να βγάλω τα νύχια σου.
Να τα ρίξω στο νερό να γίνουν ψάρια.
Με μαγεμένα χρώματα και ήπιες διαθέσεις.
Τα δόντια σου θα γίνουν βράχια.
Απόκρημνα να πληγώνουν.
Όσους ποτέ θελήσουν να κολυμπήσουν στο αίμα σου.
Να πάρω τα ρίγη σου και τους αναστεναγμούς σου.
Να τα κάνω σεισμό.
Να τρομάζουν οι μάταιες κείνες πεταλούδες.
Τα στήθη σου να τα κάνω μαξιλάρι.
Να μείνω να χαζεύω τούτο το μακάβρια όμορφο και θλιβερό τοπίο.
Περιμένοντας τη βασίλισσα καρδιά σου.
Αν δει λαό να κοπάσει, αλλιώς μαζί μου να 'ναι πάντα θυμωμένη.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

ποτε [20/01/2015]

Είναι εκείνα τα λεπτά.
Έχουν άρωμα. Το δικό σου άρωμα.
Είσαι μουσική.
Αργή και θλιμμένη που αγριεύει κι αμύνεται.
Είσαι ποίημα.
Που όμορφες λέξεις μπαίνουν στη σειρά.
Στήνουν έναν χορό από μόνες τους.
Και σε δοξάζουν.
Θυμωμένες γραμμένες κάποιου πίνακα.
Με χρώματα της ανατολής.
Κρασί που μεθάει τρελαμένα μυαλά.
'Η απαλύνει την οργή και εντίνει τις αισθήσεις.
Έχουν φαντασία οι ποιητές και οι τεχνήτες.
Σε πλάθουν μέσα στο μυαλό μου.
Σαν άγγιγμα χειλιών ή ρίγη συγκίνησης.
Δε μου φτάνουν ποτέ οι λέξεις.
Που θα μπουν ολόκληρες μέσα σου.
Θα σε κάνουν να ζεσταίνεσαι σε κρύα κρεβάτια.
Να στενάζεις με κοφτές αναπνοές.
Σαν κάποιος άνεμος να έπεσε πάνω σου.

Θα τελειώσουν όλα εκείνα
και δε θα προλάβω έστω να υποδυθώ
τις λέξεις ή τον άνεμο.

Εκείνη [19/01/2015]

Ευσεβείς πόθοι.
Κι άλλοι λιγότερο.
Μας μεταλλάσσουν.
Γινόμαστε οι λανθάνοντες εαυτοί μας.
Πορευόμαστε όλη μέρα ως τέτοιοι.
Μόνο μερικές στιγμές μέσα στη νύχτα.
Εκείνη η γυναίκα.
Ίσως παραδεχόταν στον εαυτό της.
Τα λάθη της και τα κατορθώματά της.
Έφυγα πριν λίγο καιρό.
Είμαι εκεί που ήθελε.
Μακριά.
Κατανόηση.
Παρανόηση.
Εκείνη η κακόμοιρη γυναίκα.
Με κείνες τις στιγμές.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Ο ΠΟΝΟΣ ΕΧΕΙ [04/01/2016]

Να δίναμε μια κλωτσιά.
Στα δάκρυα που δε βγάλαμε ποτέ.
Σε κείνα που σα θάλασσα.
Κόντεψαν να μας πνίξουν.
Θρηνήσαμε, χωρίς τέλος, ένα χθες που αφήσαμε κι ένα αύριο που πνίξαμε.
Δεν έχει σημασία πολλές φορές ποιος έφταιξε.
Κι ούτε έχει σημασία ποιος διαμόρφωσε τη σκηνή.
Είναι μόνο λίγα δευτερόλεπτα.
Ο πρωταγωνιστής μάτωσε.
Το μόνο που έχει σημασία, εκείνη τη στιγμή.
Είναι ο ίδιος ο πόνος.

Κι εγώ που σαν άμυνα έχτισα ένα τοίχος.
Από μαύρη μαλακή πέτρα.
Το γκρέμισα και το ξανάχτισα μπόλικες φορές.
Κι είμαι σήμερα που πονώ.
Κι άλλοτε που πονούσα.
Εγώ κι όλοι.
Και δεν έχουμε σημασία εμείς.
Ο πόνος έχει.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Μια ψεύτικη ποιήτρια [03/01/2015]

Ήταν μια ψεύτικη ποιήτρια.
Μετά το φαγοπότι τους.
Πάντα κάτι έγραφε.
Δεν ήταν σίγουρη αν της το έκανε ο έρωτας.
Ισως ήταν η κούραση.
Ένιωθε πως κουραζόταβ γρήγορα.
Ήταν κυρίως μόνη.
Η μοναξιά τρέφει την ποίησή της. 
Μα δε την γεννά.
Μετά την καύλα που ένιωσε και τον ταυτόχρονο πόνο.
Πήρε το μολύβι της.
Έγραφε.
Όχι για τον πόνο ή την καύλα.
Μα για το ψέμμα της ποίησης.
Ή της ποίησης της.
Ίσως έπρεπε να μείνει στο ότι έγραφε.
Ίσως όλη της η ζωή να ήταν ερεθίσματα.
Μόνο και μόνο για να παραμείνει.
Μια ψεύτικη ψεύτρα.