Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

γυναίκα Λάμδα [26/01/2015]

Δεν υπάρχει πόρτα που να κλείνει.
Αυτό σκεφτόμουν όποτε τη συναντούσα.
Σπάνια περιτριγυρισμένη από ένα ξανθό στεφάνι.
Δεν υπάρχει αλλαγή στην επιθυμία.
Ό,τι θέλησες θα το θέλεις.
Το σώμα πάντα ένιωθε τα ίδια σαν τη συναντούσα.
Μέσα στα χρόνια η ίδια αίσθηση.
Επιθυμίες βαθιές ή πιο ξέβαθες.
Δυο πράσινα μάτια.
Κάποιες κούπες.
Τσιγάρα και ξύλο.
Όση ζωή μου θυμάμαι, τσιγάρα, ξύλο και μάτια.
Δεν κλείνουν οι πόρτες της επιθυμίας.
Πληθαίνουν τ' αποτσίγαρα.
Σκουραίνει το ξύλο.
Κλείνουν τα μάτια.
Και όταν ανοίξουν πάλι.
Η ίδια πάντα επιθυμία τα κλείνει ξανά.
Και τα μάτια ανοίγουν και κλείνουν.
Και η επιθυμία μεγαλώνει.
Η γυναίκα λάμδα.
Η γυναίκα χι ή ψι.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Απεξάρτηση μέρος πρώτο [21/01/2015]

Να σου γδάρω το δέρμα.
Κι ύστερα να μείνω με οξύ απ' τα φιλιά.
Και μπαμπάκι από τα χέρια.
Να σου ξεριζώσω κάθε τρίχα.
Απ' το ξερό αυτό κεφάλι.
Να τις φυτέψω στον κήπο μιας φυλακής.
Να βγάλω τα νύχια σου.
Να τα ρίξω στο νερό να γίνουν ψάρια.
Με μαγεμένα χρώματα και ήπιες διαθέσεις.
Τα δόντια σου θα γίνουν βράχια.
Απόκρημνα να πληγώνουν.
Όσους ποτέ θελήσουν να κολυμπήσουν στο αίμα σου.
Να πάρω τα ρίγη σου και τους αναστεναγμούς σου.
Να τα κάνω σεισμό.
Να τρομάζουν οι μάταιες κείνες πεταλούδες.
Τα στήθη σου να τα κάνω μαξιλάρι.
Να μείνω να χαζεύω τούτο το μακάβρια όμορφο και θλιβερό τοπίο.
Περιμένοντας τη βασίλισσα καρδιά σου.
Αν δει λαό να κοπάσει, αλλιώς μαζί μου να 'ναι πάντα θυμωμένη.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

ποτε [20/01/2015]

Είναι εκείνα τα λεπτά.
Έχουν άρωμα. Το δικό σου άρωμα.
Είσαι μουσική.
Αργή και θλιμμένη που αγριεύει κι αμύνεται.
Είσαι ποίημα.
Που όμορφες λέξεις μπαίνουν στη σειρά.
Στήνουν έναν χορό από μόνες τους.
Και σε δοξάζουν.
Θυμωμένες γραμμένες κάποιου πίνακα.
Με χρώματα της ανατολής.
Κρασί που μεθάει τρελαμένα μυαλά.
'Η απαλύνει την οργή και εντίνει τις αισθήσεις.
Έχουν φαντασία οι ποιητές και οι τεχνήτες.
Σε πλάθουν μέσα στο μυαλό μου.
Σαν άγγιγμα χειλιών ή ρίγη συγκίνησης.
Δε μου φτάνουν ποτέ οι λέξεις.
Που θα μπουν ολόκληρες μέσα σου.
Θα σε κάνουν να ζεσταίνεσαι σε κρύα κρεβάτια.
Να στενάζεις με κοφτές αναπνοές.
Σαν κάποιος άνεμος να έπεσε πάνω σου.

Θα τελειώσουν όλα εκείνα
και δε θα προλάβω έστω να υποδυθώ
τις λέξεις ή τον άνεμο.

Εκείνη [19/01/2015]

Ευσεβείς πόθοι.
Κι άλλοι λιγότερο.
Μας μεταλλάσσουν.
Γινόμαστε οι λανθάνοντες εαυτοί μας.
Πορευόμαστε όλη μέρα ως τέτοιοι.
Μόνο μερικές στιγμές μέσα στη νύχτα.
Εκείνη η γυναίκα.
Ίσως παραδεχόταν στον εαυτό της.
Τα λάθη της και τα κατορθώματά της.
Έφυγα πριν λίγο καιρό.
Είμαι εκεί που ήθελε.
Μακριά.
Κατανόηση.
Παρανόηση.
Εκείνη η κακόμοιρη γυναίκα.
Με κείνες τις στιγμές.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Ο ΠΟΝΟΣ ΕΧΕΙ [04/01/2016]

Να δίναμε μια κλωτσιά.
Στα δάκρυα που δε βγάλαμε ποτέ.
Σε κείνα που σα θάλασσα.
Κόντεψαν να μας πνίξουν.
Θρηνήσαμε, χωρίς τέλος, ένα χθες που αφήσαμε κι ένα αύριο που πνίξαμε.
Δεν έχει σημασία πολλές φορές ποιος έφταιξε.
Κι ούτε έχει σημασία ποιος διαμόρφωσε τη σκηνή.
Είναι μόνο λίγα δευτερόλεπτα.
Ο πρωταγωνιστής μάτωσε.
Το μόνο που έχει σημασία, εκείνη τη στιγμή.
Είναι ο ίδιος ο πόνος.

Κι εγώ που σαν άμυνα έχτισα ένα τοίχος.
Από μαύρη μαλακή πέτρα.
Το γκρέμισα και το ξανάχτισα μπόλικες φορές.
Κι είμαι σήμερα που πονώ.
Κι άλλοτε που πονούσα.
Εγώ κι όλοι.
Και δεν έχουμε σημασία εμείς.
Ο πόνος έχει.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Μια ψεύτικη ποιήτρια [03/01/2015]

Ήταν μια ψεύτικη ποιήτρια.
Μετά το φαγοπότι τους.
Πάντα κάτι έγραφε.
Δεν ήταν σίγουρη αν της το έκανε ο έρωτας.
Ισως ήταν η κούραση.
Ένιωθε πως κουραζόταβ γρήγορα.
Ήταν κυρίως μόνη.
Η μοναξιά τρέφει την ποίησή της. 
Μα δε την γεννά.
Μετά την καύλα που ένιωσε και τον ταυτόχρονο πόνο.
Πήρε το μολύβι της.
Έγραφε.
Όχι για τον πόνο ή την καύλα.
Μα για το ψέμμα της ποίησης.
Ή της ποίησης της.
Ίσως έπρεπε να μείνει στο ότι έγραφε.
Ίσως όλη της η ζωή να ήταν ερεθίσματα.
Μόνο και μόνο για να παραμείνει.
Μια ψεύτικη ψεύτρα.